Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

Σημάδια του Αιγαίου του Γιώργου Πίτα. To πανηγι Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στη Κωμιακή Νάξου

To πανηγύρι Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στη Κωμιακή Νάξου

Αν οι μέρες που περνώ στην Πάρο, μένοντας εκεί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα της ζωής μου, έχουν μια ποιότητα και με γαληνεύουν, ίσως έχει να κάνει και με το ότι εκεί η ημέρα ξεκινά όμορφα. Με το που ανοίγω τα μάτια μου, απολαμβάνω την Ανατολή του ηλίου, πάνω απο τα βουνά της Νάξου.

Βλέποντας από απέναντι το έταιρο νησί της Παροναξίας, θυμάμαι πάντα τις λίγες φορές που την επισκέφτηκα, την ξεχωριστή και τόσο πολύτιμη παρουσία του Μανώλη του Γλέζου, στ’ Απειράθου, εκεί που τον γνώρισα και μοιράστηκα μαζί του στιγμές αναπόλησης και προβληματισμού, αλλά και γλεντιού. Μια-δυό φορές είχα επίσης επισκεφτεί το νησί και για τις ανάγκες της έρευνας που έκανα για το βιβλίο μου “Τα Σημάδια του Αιγαίου”. Από όλες μου τις επισκέψεις όμως στη Νάξο, καμία δεν είχε την πυκνότητα και την ένταση της πρόσφατης. Ίσως γιατί αυτή τη φορά, είχε να κάνει με τους ανθρώπους, τις γιορτές και τη μουσική τους.




Προορισμός το πανηγύρι του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης στη Κωμιακή. Αφιξη έντεκα το βράδυ στο λιμάνι της Νάξου και τυχαία συνάντηση με μιά μερακλού Ναξιώτισσα, φίλη μου από παλιά, την Ελλη Δρύνη. Εχω να την δώ χρόνια, την ενημερώνω για τη δουλειά μου σχετικά με τα πανηγύρια και το λόγο της επίσκεψής μου, και αυτη, καπάκι για να με ικανοποιήσει, με οδηγεί στον Αγιο Θαλάλαιο.

Μεσάνυχτα και κάτι φθάνουμε στο χωριουδάκι, εκατό κατοίκων, όπου στο προαύλιο της εκκλησιάς γίνεται το πανηγύρι. Όργανα, χορός και φαγοπότι. Το φαγητό το είχε αναλάβει το καφενείο, κάτι νόστιμα κρέατα, αλλά και χωριάτικες σαλάτες με ντομάτες που είχαν γεύση, αυτή που κοντεύουμε να ξεχάσουμε, γεύση αληθινής ντομάτας. Στην πίστα οι οικογένειες να χορεύουν, μία-μία ξεχωριστά ακατάπαυστα συρτόμπαλους, χαρτώνοντας αδιάκοπα τους μουσικούς. Εδώ παρατήρησα και την εξέλιξη του εθίμου του κεράσματος. Τα παλιά χρόνια όταν χόρευε μιά οικογένεια, οι παρευρισκόμενοι την κέρναγαν, ποτό ρακί ή κρασί για τους άνδρες και λουκουμάκια για τις γυναίκες. Ο καφετζής που τα πρόσφερε πάνω στη πίστα, έδειχνε κάτω στα τραπέζια αυτούς που κερνάγανε, ο χορός σταματούσε για δευτερόλεπτα, κι οι χορευτές σηκώναν τα ποτήρια και ευχαριστούσαν. Σήμερα τα πράγματα εξελίχθηκαν, τα κεράσματα έχουν γίνει σαμπάνιες που ανοίγουν με τον γνωστό θορυβώδη τρόπο.
Θα είχε περάσει κανά δύωρο, η ώρα κυλούσε γρήγορα καθώς θαύμαζα τους χορευτές, φωτογραφίζοντάς τους συνάμα και καταβροχθίζοντας όσες πιό πολλές ντομάτες μπορούσα, όταν αντελήφθηκα σε μιά γωνιά τις εκατοντάδες φιάλες σαμπάνιας. Σοκαρίσθηκα, γιατί όντως οι σαμπάνιες ανοίγονταν η μία μετά την άλλη. Πλησίασα, να δω μάρκα και προέλευση.

“ΒOLERO” αεριούχο ύδωρ, ποτόν μη αλκοολούχο, ελληνικής προέλευσης. Το ελληνικό δαιμόνιο για μιά άλλη φορά είχε θριαμβεύσει. Νεράκι αφρώδες, για να κάνει το σχετικό θόρυβο, σε συσκευασία σαμπάνιας για μόστρα, αλλά μη αλκοολούχο για να αποφευχθούν οι σχετικοί φόροι. Όταν έμαθα και την τιμή – πέντε Ευρώ η φιάλη – ανακουφίσθηκα, ένιωσα και γω πλούσιος και άρχισα και γω να κερνώ τους χορευτές που μ’άρεσαν…

Την άλλη μέρα πηγαίνοντας προς την Κωμιακή, πέρασα από τον Κινύδαρο, τη πατρίδα των Κονιτόπουλων και των τόσων άλλων άξιων μουσικών.

Δασκαλεμένος από την Έλλη, σταμάτησα στη πλατεία, μπήκα σ’ ένα στενό διαδρομο και περνώντας μέσα από ένα χασάπικο , βρέθηκα σ’ ένα ταβερνάκι. Τα καλύτερα κρέατα της Νάξου στην καλύτερη χασαποταβέρνα. Βασίλης Κουλουβάτος ο ιδιοκτήτης. Η φήμη επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά, κοψίδι, λουκάνικα, οι υπέροχες γλυκοντομάτες με κρεμύδι, άφθονο λαδι και λίγο κρασάκι. Έφαγα τον άμπακο και πλήρωσα δεκαπέντε Ευρώ, όσο περίπου μιά ρόκα παρμεζάνα στη Πάρο! Θα πετάγομαι εδώ να τρώω. Πιό φθηνά θα μούρχεται!

Δυό ώρες αργότερα έφθασα στη Κωμιακή. Το χωριό είναι κτισμένο αμφιθεατικά σε υψόμετρο 600 μέτρων με ανοικτό ορίζοντα προς το Ικάριο Πέλαγος. Χωμένο μες το πράσινο, πλατάνια με πολλές πηγές και περικυκλωμένο από μικρά περιβολάκια και αμπελάκια, σε πεζούλες. Παλιά οι κάτοικοι της ήσαν δύο χιλιάδες, ενώ τώρα δεν ξεπερνούν τους πεντακόσιους. Ασχολούνται με την κτηνοτροφία, γεωργία και τις οικοδομικές εργασίες. Ο τόπος φαίνεται να κατοικείται αδιάκοπα από τους προϊστορικούς χρόνους, καθώς εντοπίσθηκε θολωτός μυκηναϊκός τάφος κτισμένος από ακατέργαστες μεγάλες πέτρες σύμφωνα με το “εκφορικό σύστημα”, τρόπος λιθοδομής που συναντιέται και σε πρόσφατες παραδοσιακές κατασκευές.

Το απόγευμα επισκέφθηκα το ξωκκλήσι ή μάλλον τα ξωκκλήσια αφού πρόκειται για δυό εκκλησάκια, μονόκλιτα θολωτά, το ένα πλάι στο άλλο, το βορεινό αφιερωμένο στη Ζωοδόχο Πηγή και το νότιο στον Αγιο Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη. Κτισμένα πλάι στη δημοσιά, δυό χιλιόμετρα από το χωριό, βρίσκονται πάνω σε ένα πλάτωμα μεγάλο, σαν σε πλατεία χωριού, που σκεπάζεται από τις φυλλωσιές τεσσάρων τεράστιων πλατάνων. Η θέα συγκλονιστική.

Καθώς ερευνώ τον έρημο τόπο, οποία έκπληξη, να σου μπροστά μου, ο Βασίλης Φραγκουλόπουλος. Ο αδελφός της Αννας Τριπολιτσιώτη, ιδιοκτήτριας του Ξενοδοχείου Χριστιάννα, στον Αμπελά! Τον ξέρω από την Πάρο, όταν κάθε χρόνο στο πανηγύρι της Αγίας Άννας, έρχεται από τη Νάξο για να μαγειρέψει ανήμερα της γιορτής της αδελφής του ζούλα για πεντακόσια άτομα.

Η χαρά μας ανείπωτη, ο αιφνιδιασμός απόλυτος – γιατί δεν γνώριζα ότι ο Βασίλης ήταν απ’ αυτό το χωριό – και άμεση η πρόσκλησή του, το βράδυ στο σπίτι του. “Έλα να παρεϊσουμε, έχουμε τόσα να πούμε”.

Όπερ και εγένετο. Και πόσα δεν είπαμε! Όσο να ετοιμασθεί το φαγητό ο Βασίλης με ενημέρωνε :

“Παλιά, στα νειάτα μου, τα πανηγύρια στη Νάξο, τα διοργάνωναν τα λεγόμενα “καφενεία”. Ένα πανηγύρι τριακοσίων ατόμων παραδείγματος χάριν, σε ένα ξωκλήσι το αναλάμβαναν τρεις ή τέσσερις καφετζήδες από το χωριό. Αυτοί φόρτωναν σε γαϊδούρια τους πάγκους, τα τραπέζια, τις καρέκλες, τα σερβίτσια, το κρασί και τους μεζέδες και τους μετέφεραν στο χώρο της γιορτής. Κανονίζαν και τους μουσικούς. Συνήθως το κάθε καφενείο διαμόρφωνε στην πλατεία ή στο πλάτωμα ένα χώρο σε σχήμα Π, όπου στην μέση μπαίναν τα όργανα. Μην ξεχνάς ότι τότε δεν υπήρχαν μεγάφωνα και τα τοιαύτα, όποτε γύρω από τα όργανα δεν μπορούσαν να μαζευτούν πάνω από 60-100 άτομα. Έτσι στα μεγάλα πανηγύρια, όπως αυτό του Αγίου Κωνσταντίνου, παίζαν και τρείς και τέσσερεις ζυγιές ή τακίμια όπως λέγαμε τότε τις ορχήστρες. Οι χορευτές ασημώναν τους μουσικούς όταν χορεύαν και οι υπόλοιποι κερνάγαν τους χορευτές και την παρέα τους. Από τα κεράσματα αυτά βγάζαν τα έσοδα τους τα καφενεία. Το φαγητό των πανηγυριών ήταν συνήθως κατσίκα με πατάτες ή με μακαρόνια”.

Η συζήτηση τελείωσε αργά τη νύχτα. Παρέα είχαμε τη γυναίκα του Βασίλη, που γέμιζε ντολμαδάκια, με ρύζι, μάραθο, μαιντανό και δυόσμο, τους μεζέδες του πανηγυριού της επομένης.


Ανήμερα είμασταν πρώτοι-πρώτοι, στην εκκλησιά, ο καιρός ήταν μια εντυπωσιακή λιακάδα.

Τα τέσσερα κατσίκια ήλθαν τεμαχισμένα σε μερίδες από τους δωρητές, και τα 70 κιλά κρέας τοποθετήθηκαν στό καζάνι ή χαρανί και άρχισαν να σιγοβράζουν χωρίς νερό γιατί θα βγάζαν τα δικά τους υγρά.. Αφου περάσαν περί τις δυό ώρες να αναδεύονται με ένα ξύλο απο ασφονδελιά το “συντραλευτήρι”, ήλθε η ώρα να περιχυθούν με ντομάτα, κρεμύδια, σκόρδα και αλοτοπίπερο.

Οταν τελείωσε η δεύτερη βράση, βγήκαν τα κομμάτια του κρέατος με το ζουμί τους, και στο καζάνι τοποθετήθηκαν τα μακαρόνια, που πρέπει νάναι πάντα, όπως μας είπε ο κυρ Βασίλης, “Στέλλα Νο 6”. Κατόπιν στραγγίχθηκαν και αναμείχθηκαν με την σάλτσα που είχε ήδη διαχωρισθεί από το κρέας. Κατά τις ένδεκα το φαγητό ήταν έτοιμο.


Εκείνη την ώρα τελείωνε και η λειτουργία. Ο κόσμος είχε από το πρωί γεμίσει το προαύλειο της εκκλησιάς που την είχε στολίσει ο παπα Θεόκλιτος, νέος σε ηλικία, μείγμα ευσεβούς κληρικού, μορφωμένου με βαθειές γνώσεις τέχνης ανθρώπου, παπαροκά με καλή επαφή με τη νεολαία και κατι τις από Τσε Γκεβάρα. Ενα μείγμα πραγματικά εκρηκτικό. Ευλογήθηκαν οι άρτοι, έγινε ένα μικρό κήρυγμα πλούσιο σε νοήματα και ακολούθησε το γεύμα.

Το μοίρασμα της μακαρονάδας με τη ζούλα έγινε σε δέκα λεπτά αφού δεκάδες εθελοντές, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, σέρβιραν σε καταιγιστικούς ρυθμούς. Εκείνη τη στιγμή άρχισε να σκοτεινιάζει και φάνηκαν πάνω στο βουνό μαύρα σύννεφα να κατηφορίζουν. Πέσαν κι οι πρώτες σταγόνες βροχής. Οι προβλέψεις της ΕΜΥ επιβεβαιωνόταν, θάχαμε καταιγίδες μετά το μεσημέρι. Οι πιό αγχωτικοί τα μάζεψαν και στριμώχθηκαν κάτω από τα υπόστεγα, ενώ οι πιό ψύχραιμοι, συνέχισαν να τρώνε ατάραχα. Γύρω από το τραπέζι του μάγειρα Βασίλη, μιά ομάδα “βετεράνων” πανηγυράδων απολάμβανε τους μεζέδες και σχολίαζε. “Αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν είναι τίποτα. Πέρυσι, ο κατσιφόρας ήταν τόσο πυκνός που δεν έβλεπες το πιάτο σου για να φας”. Η πανέμορφη αυτή λέξη, που στη Ναξιώτικη διάλεκτο σημαίνει ομίχλη, μου έφερε στο νου μιά θεσπέσια περιγραφή του κατσιφόρα, από τον Μανώλη Γλέζο στο ανεπανάληπτο βιβλίο του, “Η συνείδηση της Πετραίας Γης”.

“ Ο κατσιφόρας χίμηξε, θεριό πολυπλόκαμο, και σκέπασε με τη μαυρίλα του τ’ Απεράθου. Το τύλιξε και το βρόχιασε στη θανατερή του σιωπή. Καταβρόχθισε σχήματα και χρώματα, σπίτια και λούλουδα, δρόμους και καντούνια. Τ’αφάνισε όλα. Τα κατάπιε. Δεν έβλεπες τίποτε πια, ούτε τη μύτη σου”.



Οι ψιχάλες δυνάμωσαν, μα εμείς πού όρεξη να φύγουμε, και μιάς και δεν προσφερόταν ο καιρός για όργανα και μουσικές, πιάσαμε τη συζήτηση γι αυτά.

Ο Μανώλης Χατζόπουλος, ο γνωστός βιολάτορας της Κωμιακής είχε όρεξη για παλιές ιστορίες. “ Ο καλύτερος μουσικός που βγαλε ποτέ η Νάξος, ήταν απο το χωριό μας, ο Θεοφάνης Παντελιάς. Γυρνώντας από την Μικρά Ασία που τανε κει σαν στρατιώτης, έφερε όμορφους σκοπούς, αμανεδάκια. Είχε πιαστεί αιχμάλωτος, αλλά οι Τούρκοι δεν τον χαλάσαν γιατί σεβάστηκαν τη μουσική του. Κι όταν έπαιζε κατόπιν στο σπίτι του, έβγαζε τέτοιες μαγικές μελωδίες που τα πουλιά τού χωριού μαζευόταν στην κρεβατίνα της αυλής του για να τον ακούσουν! Αυτά μας τα έλεγε, ανάμεσα σ’ άλλα πολλά, ο Μιχάλης Κονιτόπουλος, το Μωρό, που ήταν στην ηλικία του και τον γνώριζε και τον θαύμαζε” και συνεχίζοντας τις αφηγήσεις του Κονιτόπουλου, για τον Παντελιά που δυστυχώς χάθηκε μικρός το 1930, ο Μανώλης Χατζόπουλος συνεχίζει: “ Μωρέ βιολί παίζουμε εμείς; ρώταγε ο Κονιτόπουλος για να δείξει πόσο πιό σπουδαίος απ’ αυτούς ήταν ο Θεοφάνης. Η ναξιώτικη μουσική στηρίχθηκε πάνω στα δικά του ακούσματα”.



Όλες αυτές τις μαρτυρίες ο Μανώλης Χατζόπουλος τις είχε αποκομίσει όταν στη δεκαετία του 1960 είχε συνεργαστεί με τον Μιχάλη Κονιτόπουλο, που απεβίωσε το 1973. Η συζήτηση για τη Ναξιώτικη μουσική ανάβει για τα καλά. Παρόντες μουσικοί, στιχουργοί, πανηγυράδες από σημαντικά χωριά της Νάξου, τον Κινύδαρο, το Φιλότι, την Κωμιακή, την Κόρωνο, τ’Απεράθου, συζητούν, συμφωνούν, διαφωνούν και όλοι μαζί προσπαθούμε να βάλουμε μιά τάξη, και βέβαια να επιλύσουμε και κείνο το ρημάδι, αρχικό μου ερώτημα, γιατί τελικά η νησιώτικη ελληνική μουσική να έχει τόσο πολύ ταυτισθεί με τη μουσική της Νάξου. Δεν μπορώ βέβαια να ισχυρισθώ ότι μια έντονη συζήτηση, που βάστηξε ώρες κάτω από την επίδραση ενός τέτοιου λουκούλιου γεύματος και ενός τέτοιου εξαίσιου ντόπιου κρασιού θα έβγαζε τίποτε επιστημονικά πορίσματα. Πιστεύω όμως ότι έθεσε, τουλάχιστον στο μυαλό μου, όταν καστάλαξαν σιγά-σιγά μέσα μου όλες οι συζητήσεις, κάποια σημαντικά δεδομένα για να ερμηνεύσω τα γεγονότα. Τολμώ να τα καταθέσω.

Η Νάξος ένα νησί με ζωή κυρίως ενδοχώρας, έχει κατοίκους που τους αρέσει πολύ να χορεύουν, να συνθέτουν στιχάκια, να τραγουδούν και να παίζουν μουσική. Για τους Ναξιώτες, λένε, ότι τον χορό τον μαθαίνουν στην κοιλιά της μάνας τους, ή κατ’ άλλη εκδοχή ότι πρώτα μαθαίνουν να χορεύουν και μετά να περπατούν. Και όταν χορεύουν, χορεύουν δαιμονισμένα και ακατάπαυστα.

Τα τραγούδια που συνθέτουν και τραγουδούν είναι τα λεγόμενα κοτσάκια, ποιήματα που αποτελούνται από δυό οκτασύλλαβους στίχους με ομοιοκαταληξία. Ας θυμηθούμε κάποιους γνωστούς:

Άιντε να πάμε ‘κει που λες

που κάνουν τα πουλιά φωλιές.

Να σ’αγαπώ ειντά ‘θελα

φουρτούνες νά ‘χω και μπελά.

Με κοτσάκια φανερώνω

της καρδούλας μου τον πόνο.

Κύριο χαρακτηριστικό των στιχουργών, στιχοπλόκων είναι ότι παρατηρώντας τους ανθρώπους, ή ακούοντας κάποιες ιστορίες ή γεγονότα μπορούν τάχιστα να συνθέσουν πετυχημένα και εύστοχα κοτσάκια. Η δύναμη της απόλυτης μαεστρίας συμπύκνωσης λόγου. Παλιότερα ήταν φορές που μιλούσαν μεταξύ τους και χαιρετιόνταν με κοτσάκια. Εκεί βέβαια που η ευστοχία μετρούσε περισσότερο, ήταν στις παραγγελιές, στους χορούς, όπου το χάρτωμα στους μουσικούς-τραγουδιστές ήταν ανάλογο του παινετικού στίχου προς τους χορευτές.

Οσον αφορά τη μουσική, στη Ναξο, όπως και στις υπόλοιπες Κυκλάδες αλλά και στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου (πλην του Βορειά και του Νότου που υπήρχε και η λύρα) , μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, τα κυρίως μουσικά όργανα ήταν οι τσαμπούνες και τα τουμπάκια. Στις τόσες Παγκυκλαδικές συναντήσεις των πνευστών οργάνων, που παρακολούθησα τα τελευταία χρόνια, εμπέδωσα καλά όλες τις σχετικές αναλύσεις – εξού και το σχετικό άρθρο μου “εγκώμιον τσαμπούνας”- αλλα και γνώρισα σπουδαίους Ναξιώτες τσαμπουνιέρηδες όπως τον Ψαροστέφανο από το Φιλότι …Τα βιολιά και λαγούτα ήλθαν στη Νάξο τέλη του 1880 μέσω Σμύρνης. Με τις ακτές τις Μικράς Ασίας οι Ναξιώτες είχαν σχέσεις ιδιαίτερες γιατί εκεί μετανάστευαν οι μεν γυναίκες να δουλέψουν ως τροφοί, “παραμάνες”, οι δε άντρες εποχιακά, εργάτες στ’ αμπέλια ή σ’άλλες αγροτικές εργασίες. Ερχόμενοι πίσω στο νησί εφέραν μαζί τους όλους τους σκοπούς που γνώρισαν και αγάπησαν. Μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα, οι Ναξιώτες μουσικοί είναι περιζήτητοι στα πανηγύρια του τόπου τους αλλά και στα γύρω νησιά όπου συχνά-πυκνά τους καλούσαν να παίξουν.
Τομή στην πανελλήνια αναγνώριση του Ναξιώτικου τραγουδιού ήταν, όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο διευθυντής του τμήματος παραδοσιακής μουσικής της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, Σίμων Καρράς, ο σπουδαίος αυτός ερευνητής, προσκαλεί τον Μιχάλη Κονιτόπουλο, Δημήτρη Φυρογένη και κάποια στιγμή και την μικρή τότε Ειρήνη Κονιτοπούλου να τραγουδήσουν στον “Σταθμό”. Από τότε οι εξελίξεις ήσαν ραγδαίες. Στις αρχές του 1960 οι Κονιτοπουλαίοι ηχογραφούν τους πρώτους δίσκους τους, 45 στροφών, ενώ ανατέλλει στο μουσικό στερέωμα το αστέρι της Ειρήνης Κονιτοπούλου που τραγουδά τις μεγάλες επιτυχίες της, “το Αρμενάκι”, “στον Αρτεμώνα”, “Ελα να πάμε σ ένα μέρος”, “τον Μαουκά”. “Έχει μιά τέτοια έκταση στη φωνή της, η Ειρήνη και μιαν αναπνοή, που μπορεί να σε σκάσει να περιμένεις για το πότε θα σταματήσει και εκείνη να συνεχίζει”, έλεγε χαριτολογώντας για την αδελφή του ο αδελφός της και μεγάλος μουσικός Γιώργος Κονιτόπουλος. Από τότε και επί μισό αιώνα οι μεγάλες μουσικές οικογένειες της Νάξου (Κονιτόπουλοι, Φυρογένηδες, Χατζόπουλοι, Κουκουλάρηδες, Μπαρδάνηδες, Λιαγούρηδες, Μπαρμπεράκηδες, Ζευγώληδες, Κορρέδες ) κράτησαν ζωντανό το νησιώτικο τραγούδι, επιβάλλοντας την μουσική τους ηγεμονία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάποιοι σημερινοί απογόνοι τους, δεν έχουν παρασυρθεί από το κυνήγι της εμπορικότητας υποβαθμίζοντας αρκετές φορές το επίπεδο της μουσικής τους.
Τελειώνοντας την διήγηση αυτής της πρόσφατης επίσκεψής μου στη Νάξο, που αποδείχτηκε διπλά οφέλιμη, καθώς η απόλαυση όσων έζησα, δέθηκε με την επίλυση χρόνιων αποριών, αλλά και τη χαρά γνωριμίας τόσων πραγμάτων, θαταν παράλειψή μου να μην ευχαριστήσω την Κατερίνα Σιδερή, της επιτροπής Πολιτισμού του Δήμου Νάξου, που ήταν ο καθοδηγητής του οδοιπορικού μου, καθώς και την οικογένεια του κοινοτάρχη του Μιχάλη Μυλωνά για την ευγενική φιλοξενία στον δημοτικό ξενώνα της Κωμιακής.

Δεν υπάρχουν σχόλια: