Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Οµιλία στο Δ' Συνέδριο «Η Νάξος διά µέσου των αιώνων», Κωµιακή 4/9/2008


                                                           ΚΩΜΙΑΚΗ ΝΑΞΟΥ 
                                                        φύση-µνηµεία-πρόσωπα  
                                                       του φιλόλογου Νίκου Ι. Λεβογιάννη
                Οµιλία στο Δ' Συνέδριο «Η Νάξος διά µέσου των αιώνων», Κωµιακή 4/9/2008

     «Εις τα βασιλικά όρη της Νάξου υπάγεται και ο Δήµος Κορωνίδος που έχει πρωτεύουσα την Κωµιακή. Το µέρος αυτό έχει µια εντελώς ξεχωριστή φύση που ξεχωρίζουν οι άνθρωποι, τα βουνά, τα φυτά. Η πρωτεύουσα της Κωµιακής είναι ένα 'πλουσιώτατον αγροκήπιον γιατί πάντα έχει βλάστηση ».
 Αυτά γράφει µεταξύ άλλων ο Μ. Κοντελιέρης στο βιβλίο του «Νάξοι;» το 1929.
     Η ευρύτερη περιοχή της Κωµιακή; (τα γεωγραφικά όρια της πρώην κοινότητα; Κορωνίδος) καταλαµβάνει έκταση 42.310 στρεµµάτων στο Βόρειο, ΒΑ και ΒΔ τµήµα της Νάξου (περίπου το 1/10 της συνολικής επιφάνειας του νησιού, που είναι 435 τετρ. χιλιόµετρα). Στην ορεινή αυτή περιοχή δεσπόζει ο όγκος του βουνού «Κόρωνος», του οποίου η ψηλότερη Koρυφ~ είναι 997 µ. και καταλήγει στις βόρειες βραχώδεις και απόκρηµνα; ακτές του νησιού (Εικ. 1 χάρτης).
    «Το βόρειον τούτο µέρος διασχίζεται από χαράδρας εν µέρει δροσολούστους αποτεµνούσας ράχεις (ων η υψίστη Κόρωνος 992 µ.) δυτικώς προς την Θάλασσαν χωρουσας από της κυρίας ράχεως»

.
         Ανατολικά µια χαµηλότερη βουνοσειρά ξεκινά από την βουνοκορφή «Μαυροµάρι», που ανήκει κι αυτή στο βουνό «Κόρωνος» και καταλήγει στη θάλασσα µε τον χαµηλού ύψους, αλλά απόκρηµνο ορεινό όγκο του «Καλοέρου». Οι πλαγιές του ανατολικά είναι σχεδόν κατακόρυφετ, ενώ δυτικά απολήγουν στον όρµο του Απόλλωνα. Στην κορυφή του Καλοέρου σχηµατίζεται µικρή κοιλάδα.
          Τα απότοµα αυτά κορφοβούνια σχηµατίζουν ενδιάµεσα βαθιά ρέµατα, µε πολλές πηγές και άγρια βλάστηση, που συγκλίνουν µέσα απ' τον «Τρανά Ρυάκα» στην εύφορη κοιλάδα του Ροπιάτη και στη συνέχεια στον όρµο του Απόλλωνα.
          Στη δυτική πλευρά του ορεινού συγκροτήµατος του βουνού «Κόρωνοξ», που βλέπει προς το ανοιχτό πέλαγος µέσα στα νησιά Πάρο-Σύρο- Τήνο-Μύκονο, σχηµατίζονται οξυκόρυφεξ ράχες µε απότοµες, αλλά κατάφυτεξ ρεµατιές, πολλές απ' τις οποίες έχουν άφθονες πηγές και εύφορες κοιλάδες.
         Σηµαντικότερε; απ' τις περιοχές αυτές είναι το Σκεπόνι (Εικ. 21...η Φανερωµένη, η Χίλια Βρύση, ο Χεντριµός, ο Κάµπος, ο Άη Θόδωρος, το Φυρό σπίτι, τ' Αµπράµ, ο Μυρίσης, ο Κανάς (Εικ. 3) και βορειότερα η µαγευτική Αγιά, ο Φαρακλός, οι Αρέλες, ενώ στα βόρεια και ανατολικά βρίσκονται ο Απόλλωνας, ο Χάσκας, ο Ροπιάτης, τα Χαλκιδιά, ο Ποταµός και πιο πάνω, βόρεια του λόφου Τρυπητός, ο Κάραβος (Εικ 4), τα Σκίδια, της Μαρτζελούς, του Μάερα, τα Παλαχώρια, το Ρινίδι, του Ερονικόλα κ.α., εξοχές µε πολλές µικρέξ πηγές και πολλά περιβόλια.
       Το χωριό της Κωµιακής (Εικ. 5) είνω χτισµένο σε υψόµετρο 550-600 µέτρα, έχει ανοικτό ορίζοντα προς το Ικάριο πέλαγος και βρίσκεται σε θέση µη ορατή από µακριά για τον φόβο των πειρατών (οι γνωστοί Σπαντήδοι) κατά τον Μεσαίωνα. Οι γύρω απ' το χωριό πλαγιές είναι εύφορες και κατάφυτες µε πολλά αµπέλια, περιβόλια, πηγές και πάνω από δέκα νερόµυλους των οποίων σώζονται ακόµη τα ερείπια.
      Με την πρόσφατη αναπαλαίωση από τον Δήµο Δρυµαλίας του νερόµυλου του Εµελάρου (ιδιοκτησία; των κληρονόµων Νικ. Κ. Κορρέ, οι οποίοι τον παραχώρησαν
 για 30 χρόνια στον Δήµο) η ρεµατιά αυτή µπορεί να αποτελέσει χώρο ανάπτυξης του περιπατητικού τουρισµού. Οι 15 τουλάχιστον νερόµυλοί της, ερείπια των οποίων σώζονται ακόµη, καταδεικνύει την σηµαντική βιοτεχνική δραστηριότητα που είχε αναπτυχθεί στην περιοχή µέχρι τη δεκαετία του 19603.(Εικ. 6).
     Οι πολυάριθµες και απόκρηµνες ρεµατιές γύρω απ' την Kdψ,ιακή συγκλίνουν στον «Τρανό Ρυάκα» ή Κακόργυακα ένα τεράστιο χείµαρρο, µήκους πέντε τουλάχιστον χιλιοµέτρων, µε άγρια οµολογουµένως οµορφιά, ο οποίος εκβάλει στον όρµο του Απόλλωνα (Εικ. 7) ΟΚακόργυακας δεν λέγεται τυχαία έτσι, στην πολυαίωνη πορεία του έχει προκαλέσει µεγάλες καταστροφές, έχει πνίξει ανθρώπους και ζώα, έχει παρασύρει καλλιέργειες και σοδειές. Η πιο πρόσφατη µεγάλη καταστροφή ήταν εκείνη της 4ης Σεπτεµβρίου 1958 όταν µετά από µια ολιγόωρη καταιγίδα καπάπιε κυριολεχτικά στα θολά και ορµητικά νερά του 13 εργάτες που δούλευαν στα έργα του δρόµου Κωµιακήξ-Απόλλωνα,
      Ο τόπος της Κωµιακής κατοικείται αδιάκοπα από τους προϊστορικούς χρόνους, όπως καταδεικνύεται από την ανεύρεση τριών τάφων, τους οποίους ανέσκαψε το 1908 ο Κλων Στέφανος στη θέση Φερεντάκη, πίσω απ' την εκκλησία του Αγίου Κων/νου νότια του οικισµού της Κωµιακής και σε απόσταση απ' το χωριό 500 µέτρα περ., οι οποίοι χρονολογούνται από τον ίδιο στα 2770-2300 π.χ.4
      Πανάρχαιοι; είναι και ο θολωτός Μυκηναϊκός τάφος της Κω µιακή ς, ο οποίος βρίσκεται στην κατάφυτη κοιλάδα βόρεια του χωριού, µε τις εξοχές της Χωστής, του Αξού, του Α νέυρου, του Ρινιδιού, του Γυαλά, του Ρωµανού, της Κατσάγρας κ.λπ., ιδιαίτερου αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, αλλά ανεξερεύνητες, ενδεχοµένως λεηλατηµένες από τους αρχαιοκαπήλους.
Ξεχωριστή σηµασία αποδίδουν οι αρχαιολόγοι και στο εργαστήριο αµφορέων για τη µεταφορά κρασιού που αποκαλύφτηκε στ' Αµπράµ και το χαρακτηρίζουν εφάµιλλο αυτών που υπήρχαν στην αρχαία πόλη της Νάξου". Μεγάλοι αµφορείς και άλλα πήλινα σκεύη (προϊόντα επιτόπιων προφανώς εργαστηρίων) έχουν εντοπιστεί και συληθεί από αρχαιοκαπήλους και σε άλλες εξοχές, στα Κεραµειά (περιοχή κοντά στ' Αµπράµ), στα Φυρόια (περιοχή πάνω από τον Απόλλωνα) και αλλού.
        ο θολωτός µυκηναϊκός τάφος Κωµιακής (Εικ. 8
       Ο θολωτός Μυκηναϊκός τάφος βρίσκεται στη βορινή πλευρά του οικισµού
και σε απόσταση 200 περίπου µέτρων από τα όρια του χωριού, κοντά στη βρύση της Χωστής, το νερό της οποίας συµβάλλει και σήµερα στην ύδρευση του οικισµού.
       Ο τάφος είναι χτισµένος από µεγάλους ακατέργαστους γρανιτένιους ογκόλιθους κυκλικά και κατά το «εκφορικό σύστηµα» από ένα ύψος και πάνω, έχει διάµετρο 3,40 µ. ύψος 2,60 µ. και η οροφή του καλύπτεται από υπερµεγέθη πλάκα. Η αρχιτεκτονική και το µέγεθός του δείχνουν ότι δεν είναι τάφος κοινού θνητού. Εξ άλλου οι τάφοι αυτής της κατηγορίας ανήκουν κατά τους αρχαιολόγου; σε επιφανή πρόσωπα, σε τοmκούς άρχοντες, σε βασιλείς κ.λπ.
       Ο τάφος χρονολογείται στην Υ στεροελλαδική Ι και την ΥΕ ΙΙ περίοδο, περίπου στο τέλος του 150υ áé. π.Χ. Με βάση αυτή την χρονολόγηση ο τάφος mθανώς είναι σύγχρονοι; µε την πρώτη ακµή του µετέπειτα µεγάλου αστικού κέντρου στη Γ ρόττα της Νάξου 6.
      Ο τάφος ανασκάφηκε το 1908 από τον αρχαιολόγο Κλων Στέφανο και είναι ο µοναδικός που έχει βρεθεί µέχρι σήµερα στη Νάξο (στις Κυκλάδες έχουν συνολικά βρεθεί τρεις (Τήνος, Μύκονος, Κωµιακή Νάξου)7.
       Το µνηµείο άυτό παρέµεινε ξεχασµένο για πολλές δεκαετίες, τόσο από τους αρχαιολόγους, όσο και από τους ντόmους, ενώ οι πρώτοι ιδιοκτήτες του αµπελιού, από άγνοια προφανώς, έχτισαν ξανά από µπροστά την είσοδο του τάφου µε πεζούλι και φύτεψαν από πάνω αµπέλι. Το Νοέµβριο του 1995 ο γράφων, ύστερα από πολύµηνες αναζητήσεις και έρευνες, επισκέφτηκε την Κωµιακή µαζί µε τον Φιλωτίτη αρχαιολόγο Γιώργο Μαστορόπουλο για µια επιτόπια έρευνα. Το χειµωνιάτικο εκείνο δειλινό του Νοέµβρη εντοπίσαµε τελικά τον τάφο χάρη και στην παρατηρητικότητα του αγρότη αείµνηστου Γιάννη Α. Βιτζηλαίου (Μαρινογιάννη), στις γνώσεις του οποίου για την περιοχή καταφύγαµε και εκείνος, αφού άκουσε την περιγραφή που του κάναµε, µας οδήγησε σ' ένα αµπέλι, στη βόρεια πλευρά του οποίου υπήρχε πάνω στο πεζούλι' µια υπερµεγέθης τρύπα, από την οποία µπορεί να µπει στον τάφο ένας άνθρωπος. Την τρύπα είχαν ανοίξει σε παλαιότερες εποχές αρχαιοκάπηλοι στο επάνω µέρος της νότιας πλευράς του τάφου για να εισέλθουν στο εσωτερικό του για να τον συλήσουν. Ήταν το µόνο ορατό σηµείο του τάφου από τότε που τον ανέσκαψε ο Κλων Στέφανος (1908) ως τον χειµώνα του 1995 που τον εντοπίσαµε.
        Από αυτή την τρύπα οι καλλιεργητές του αµπελιού, αλλά και οι κάτοικοι της απάνω γειτονιάς του χωριού πετούσαν µέσα στον τάφο σαβούρες (κλήµατα, χαλίκια, χώµατα, χόρτα κ.λπ.), αλλά και τα στρωσίδια και ρούχα όποιων πέθαιναν. Είχαν την εντύπωση ότι επρόκειτο για κάποιο βαθύ λάκκο ή πηγάδι ή ακόµη και φάραγγα.
       Πολλοί από τους ηλικιωµένους κατοίκους της «απάνω γειτονιάς» του χωριού, που συνορεύει µε την περιοχή, αλλά και η τελευταία ιδιοκτήτρια του αµπελιού Καλλιόπη Ιω. Μουστάκα, (πέθανε το 1997 σε ηλικία 88 ετών), µου αφηγήθηκαν ότι: «οι παλαιοί ερίχνανε τα ρούχα των απεθαµένων στον Αξό, µια µεγάλη τρύπα στην άκρια ενός αµπελιού εκεί κοντά στη βρύση τση Χωστής»9. Η τεράστια αυτή τρύπα ήταν το µόνο σηµείο του τάφου που παρέµενε ορατό.
       Η αρχαιολογική υπηρεσία, που αγνοούσε την ύπαρξη του τάφου, ειδοποιήθηκε από τον γράφοντα την εποµένη και µερικές µέρες αργότερα η υπεύθυνη για τη Νάξο αρχαιολόγος 1επισκέφτηκε την περιοχή, γκρέµισε το πεζούλι, αποκάλυψε την είσοδο του τάφου και το αρχαίο µονοπάτι που οδηγούσε σ' αυτόν, τον καθάρισε και από τότε ο τάφος έγινε επισκέψιµος. Ήδη το µνηµείο έχει καταχωρηθεί στους τουριστικούς χάρτες του νησιού και εκατοντάδες τουρίστες τον επισκέπτονται κάθε καλοκαίρι.
       Το επιβλητικό αυτό µνηµείο ανήκει κατά πάσα πιθανότητα σε κάποιον τοπικό άρχοντα, σε κάποια οικογένεια επιφανών προσώπων της περιοχής, όπως εξάλλου συµβαίνει και µε όλους τους µυκηναϊκούς τάφους που βρέθηκαν σε διάφορα µέρη της Ελλάδας. Οι αρχαιολόγοι Όλγα Φιλανιώτου (που µελέτησε το µνηµείο µετά το 1995)10 και Βασ. Λαµπρινουδάκης αναφέρουν ότι ο τάφος «µαρτυρεί παρουσία ατόµων µε υψηλότερο πολιτισµό στον τόπο»ΙΙ. Τα φτωχικά ευρήµατα του τάφου, ο οποίος εξ άλλου βρέθηκε συληµένος, δεν φώτισαν την ιστορία του, ούτε το όνοµα ή την προέλευση του σηµαντικού νεκρού του. Φαίνεται όµως ότι το όνοµά του έµεινε στη µνήµη των κατοίκων της περιοχής και συνδέθηκε, τόσο µε τον τάφο του, όσο και µε την γύρω τοποθεσία και έγινε τοπωνύµιο, όπως συχνότατα συµβαίνει µε πρόσωπα, κτίσµατα και γενικά ανθρώπινα έργα. Ο ίδιος ο θολωτός τάφος ονοµάζεται από τους ντόπιους Αξός και κατ' επέκταση και η γύρω από αυτόν τοποθεσία: «Στον Αξό» (Εικ.9). `
             το τοπωνύµιο «Αξό«;» και η σχέση του µε το όνοµα «Νάξος».
             Η ύπαρξη του θολωτού µυκηναϊκού τάφου στην τοποθεσία Αξός και η άµεση σύνδεσή του µε το τοπωνύµιο αυτό, µας οδηγεί στην εκτίµηση ότι ο επιφανής, ο τοπικός άρχοντας, που τάφηκε εκεί, πιθανώς να ονοµαζόταν Νάξος ή Αξός και το όνοµά του να έµεινε εκεί ως ανάµνηση.
           Η ονοµασία Αξός «στον Αξό» αναφέρεται και σε παλαιά έγγραφα (προικοσύµφωνα, πωλητήρια κ.λπ.). Σε προικοσύµφωνο µε αριθµό 3527 και ηµεροµηνία 4.11.1896 του συµβολαιογράφου Ιωάννου Εµµ. Βενιεράκη, που κάνουν ο κτηµατίας Αναγνώστης Λιαρµάκη Βιτζηλαίος και η σύζυγός του Μαρία το γένος Βασ. Ιω. Κρητικού στον γιο τους Γεώργιο, αναφέρεται: «25: Τον αγρόν καλούµενον Αξώ κείµενον πέριξ του ενταύθα χωρίου, πλησιάζοντα µε οµοίους του Αντωνίου Χαντζοπούλου και λοιπών ... »12.
       Γλωσσολογικά το τοπωνύµιο «Αξός» συνδέεται άµεσα µε το όνοµα «Νάξος».
Παλιοί Ναξιώτες φιλόλογοι (Ζ. Φραγκίσκοξ, Δ. Οικονοµίδης κ.α.) καταγράφουν την εξέλιξη του ονόµατος της Νάξου ως εξής: Νάξος> Αξία> Αξιά > Άξος13. Είναι φανερό ότι το Αξός ταυτίζεται µε το λξος µε καταβιβασµό του τόνου, γλωσσικό φαινόµενο πολύ συχνό 14, όπως και το γλωσσικό φαινόµενο της προσθήκη; του αρχικού Ν στο όνοµα Νάξος, που ερµηνεύεται ως «κατ' αιτιατική ν συνεκφορά»15.
        Το φαινόµενο της «κατ' αιτιατικήν συνεκφοράξ» του ν συναντάται συχνά στο γλωσσικό ιδίωµα της περιοχής: αγωγός>αωός>αός> (υδραύλακας), τον αό> το ναό> ο ναος, ωµος>νωµος-τον ωµο> το νωµο> ο νωµος .
.        Κατά την αρχαία παράδοση ο αρχηγός των πρώτων οικιστών της Νάξου ονοµαζόταν Νάξος, ενώ σύµφωνα µε άλλο µύθο ο Νάξος ή Αξός ή Όαξος ήταν γιος του Απόλλωνα από τον έρωτά του µε την Ακάλλη, κόρη του βασιλιά της Κρήτης Μίνωα.
Το τοπωνύµιο «Αξός» απαντάται και στην Κρήτη, όπου επίσης συνδέεται και συγχέεται µε την αρχαία Κρητική πόλη Νάξο. Συναντάται ακόµη στην Καππαδοκία της Μ. Ασίας (περιοχή Νίγδης) όπου υπήρχε ελληνικό χωριό ονοµαζόµενο «Αξός», το οποίο οι ντόπιοι ονόµαζαν και «Ναξό»17. Οι Έλληνες κάτοικοί του, µετά την Μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσµών (1924), µεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν έξω από τα Γιαννιτσά της Κεντρική; Μακεδονίας όπου έκτισαν το χωριό «Αξός», µεγάλη σήµερα κωµόπολη. Με το ίδιο όνοµα, «Αξόξ», υπάρχει και στην Κρήτη (περιοχή Μυλοποτάµου) σηµαντική 18 κωµοπολη .
      Και τα τρία αυτά τοπωνύµια, ο «Αξός» Κωµιακής, η «Αξότ;» Καππαδοκίας και η «Αξός» Κρήτης, συνδέονται γλωσσολογικά µε το όνοµα «ΝάξΟ9> και θεωρούνται από τους γλωσσολόγους προελληνικά. Κοινός είναι και ο αρχαίοι; µύθος ο σχετικό; µε τα δύο τοπωνύµια (Κρήτης, Νάξου)Ι9.
Πρώτη αναφορά στο τοπωνύµιο «Αξός» γίνεται στην ανακοίνωση του Κωµιακίτη φιλόλογου Εµµ. Δ. Κορρέ2Ο «Τα τοπωνύµια της Κωµιακής Νάξου» στο Α' Πανελλήνιο Συνέδριο µε θέµα: Η Νάξος διά µέσου των αιώνων (Φιλώτι 3-6 Σεπτεµβρίου 1992) και δηµοσιεύτηκε στα πρακτικά του συνεδρίου (Αθήνα 1994) σ. 831-860. Στην ανακοίνωση αυτή ο Μ. Κορρές κατατάσσει το τοπωνύµιο «Αξόι;» στην κατηγορία «τοπωνύµια από τη χλωρίδα» µε την επεξήγηση: «Αξός είναι δέντρο»21. Ο ίδιος εµπιστεύτηκε στον γράφοντα προφορικά τη γλωσσολογική του διαπίστωση και εκτίµηση ότι το τοπωνύµιο «Αξό;» έχει σχέση µε το όνοµα Νάξος, αλλά θεώρησε πρόωρο να δηµοσιοποιήσει την εκτίµησή του αυτή στην ανακοίνωσή του στο «Α' Πανελλήνιο Συνέδριο µε θέµα: η Νάξος διά µέσου των αιώνων».
      Η πρώτη δηµοσίευση άρθρου σχετικού µε τη σχέση του τοπωνυµίου αυτού µε το όνοµα του νησιού έγινε από τον γράφοντα στο βιβλίο του «Κωµιακή» τ. Γ, σ. 23- 26. Ακολούθησαν στη συνέχεια άρθρα και άλλων Ναξίων φιλολόγων σε επιστηµονικά περιοδικά, της λέκτορος Κατερίνας Παπαθωµά-Μαστοροπούλου=; του Κωµιακίτη φιλόλογου Στάθη Φατούρου=', ο οποίοξ πρώτος εντόπισε την ύπαρξη του τοπωνυµίου Αξός στην Καππαδοκία και ανέλυσε µε πλήρη επιστηµονική επάρκεια και τεκµηρίωση τη σχέση που έχουν τα τρία τοπωνύµια (Αξός Κωµιακής, Αξός Καππαδοκίας, Αξός Κρήτης), του οµότιµου καθηγητή της Λαογραφίας στο Παν/µιο Αθηνών Δηµ. Οικονοµίδη, ο οποίος έχει ασχοληθεί µε την προέλευση του ονόµατος της Νάξου και µε νεότερο άρθρο του το 2006 αποδέχεται και τεκµηριώνει περαιτέρω την άποψη του γράφοντος για τη σχέση των δύο τοπωνυµίων Αξός­Νάξος24. Αναφορά στο τοπωνύµιο «Αξός» έχουν κάνει πρόσφατα ο οµότιµος καθηγητή; του Πανεπιστηµίου Αθηνών Ιω. Προµπονας σε οµιλία του στην Απείρανθο Νάξου στις 20 Οκτ. 200725 και ο αρχαιολόγοι; Στεφ. Εµµ. Ψαρράς σε άρθρο του µε θέµα «Το γεωγραφικό όνοµα Νάξος. Η προϊστορία και η ιστορία του» στον τιµητικό τόµο «Αγαθοεργίη» για τον Επίσκοπο Κυανέων Χρυσόστοµο Μαυρογιαννόπουλο, που εξέδωσε ο «Σύλλογοι; Δαµαριώνα Νάξου» (Αθήνα 2008)26. Ο Στ. Ψαρράς δέχεται ως λογικά και επιστηµονικά τεκµηριωµένα τα επιχειρήµατα του γράφοντος και του Στ. Φατούρου για τη σχέση του τοπωνυµίου «Αξόξ» µε το «Νάξοι;», αλλά εκτιµά ότι εξακολουθεί να παραµένει ισχυρή η ως πρόσφατα κρατούσα άποψη ως προς την προέλευση του ονόµατος της Νάξου.
         τα «ελληνικά» της Κωµιακής
     Στην ευρύτερη περιοχή της Κωµιακής διασώζονται πλήθος ερειπωµένων κτισµάτων και έργων. Έχουµε καταγράψει τρία τοπωνύµια «Ελληνικά» δηλωτικά ύπαρξης προϊστορικού κάστρου. Στα δύο από αυτά εντοπίσαµε ερείπια προϊστορικού κάστρου στο «Ελληνικό στου Κανά» και στο «Ελληνικό στη υναικόπετρα»(πάνω απ' τη Χίλια Βρύση) (Εικ. 10-1 .Στο «ελληνικό στου Τζέµπαρη» (στη βόρεια πλαγιά του λόφου Τρυπητός) δεν χουµε προβεί σε έρευνα. Υπάρχουν επίσης τα Χαλκιδιά, ορυχεία χαλκού, στην τοποθεσία Άη Δηµήτρης στον Απόλλωνα, µέσα στο απέραντο αρχαίο λατοµείο της περιοχής και πιθανώς εργαστήρια χαλκού, τα Κεραµειά, τα µαρµάρινα λιοτρίβια, που έχουν εντοπιστεί σε διάφορες εξοχές, τα καµίνια, οι φούρνοι, οι νερόµυλοι, οι ληνούδες, µερικές απ' τις οποίες πανάρχαιες, πολυάριθµες µάντρες27, µιτάτοι, προστιάδες, διάσπαρτοι παντού αρχαίοι τάφοι και
τα συγκροτηµένα αρχαία νεκροταφεία.
     Υπάρχουν πολλά τοπωνύµια µε το όνοµα «µνηµόρι» και «µνηµούρι» (Εικ.13 µε πολυάριθµους συληµένους συνήθως προϊστορικού; κιβωτιόσχηµου; τάφους, σε πολλές περιοχές της περιφέρειας Κωµιακής, πολλοί απ' τους οποίους είναι λαξευµένοι σε βράχους.
    Αρκετά από αυτά τα προϊστορικά νεκροταφεία επισκέφτηκε το 1908 ο Κλών Στέφανος και ανέσκαψε τάφους στις θέσεις Απόλλωνα, Γαλάτη, Ρετζαούνη, Φερεντάκη'". Όλα αυτά µας οδηγούν στο συµπέρασµα ότι η περιοχή κατοικείται από τον άνθρωπο αδιάκοπα επί χιλιάδες χρόνια.
     ο διώροφος κιβωτιόσχηµοι; τάφος του Απόλλωνα
     Στον Απόλλωνα, δεν αναφέρει συγκεκριµένα τη θέση, ο Κλων Στέφανος αν έσκαψε διπλό κιβωτιόσχηµο τάφο ". Στον κάτω τάφο (38α) βρέθηκαν ένα µαρµάρινο αγγείο, µια παλέτα και ένας τριπτήρας, όπως ήταν η συνήθεια, µαζί µε ένα µαχαίρι και, κατ' εξαίρεση, µε µία στενή σµίλη. Ο επάνω τάφος (38β) περιείχε τρεις εmπεδόµορφους χάλκινους πελέκεις (Εικ. ~οι οποίοι, όπως και η σµίλη, χρησιµοποιούνταν χωρίς αµφιβολία στην κατεργασία ξύλου, ένα εγχειρίδιο της ύστερης πολιτισµικής οµάδος Κέρου-Σύρου και ένα µαρµάρινο κρατηρίσκο (καντήλα) της πολιτισµικής οµάδος Γρόττας-Πηλού, όπως αναφέρει ο Γ. Παπαθανασόπουλος στην εργασία του «Κυκλαδικά Νάξουυ ". Άλλος ένας µαρµάρινος κρατηρίσκοξ από αυτή τη θέση βρίσκεται στο Μουσείο Ashmolean της Οξφόρδης (ΑΕ 420). 539. Ο διπλός τάφος 38 στον Απόλλωνα υποδηλώνει και οικογενειακή παράδοση σε κάποια τέχνη (Παπαθανασόπουλος). Μία πιθανή ερµηνεία είναι ότι οι δυο αυτοί διαδοχικοί τάφοι ανήκαν σε πατέρα και γιό ξυλουργούς.
       το προϊστορικό και βυζαντινό κάστρο του Καλοέρου (Εικ. 15, 16)
       Στη βουνοκορφή του Καλοέρου, πάνω απ' τον όρµο του Απόλλωνα, σώζονται σε µεγάλη έκταση τα ερείπια του προϊστορικού κάστρου του Καλοέρου.
       Πρόκειται για ένα κάστρο εκτεταµένο σ' ολόκληρο το βουνό, µε κυκλώπεια τείχη, το οποίο λειτούργησε ως παρατηρητήριο και φρούριο από τους προϊστορικούς µέχρι τους βυζαντινούς χρόνους και την τουρκοκρατία' Ι. Σώζονται ακόµη τα ερείπια προϊστορικών πύργων, τµήµα του κυκλώπειου τείχους, µεγάλο τµήµα των βυζαντινών τειχών µε τους πύργους και το «φρουραρχείο» του, µεγάλος αριθµός δεξαµενών νερού της βυζαντινής περιόδου µε συµπαγές και αδιαπέραστο από το νερό επίχρισµα από κουρασάνι, ενώ στο εσωτερικό του κάστρου, αλλά και στο βουνό είναι διάσπαρτα αρχαία όστρακα. Επρόκειτο για ένα σπουδαίο φρούριο που ήλεγχε τη θαλάσσια περιοχή του Ικαρίου πελάγους, το οποίο διέσχιζε ο στόλος του Βυζαντίου όταν άφηνε τα ασφαλή Μικρασιατικά παράλια, έβγαινε στο ανοιχτό πέλαγος στο ύψος της Μυκόνου, κατευθυνόταν νότια προς τον Χάντακα (Ηράκλειο) της Κρήτης.
         το αρχαίο λατοµείο του Απόλλωνα - οι κούροι και η αρχαία επιγραφή (Εικ. 17, 18, 19,20)
        Το αρχαίο λατοµείο του Απόλλωνα απλώνεται σε δύο επιµήκεις µαρµαροτραχιές, που τις χωρίζει ο χείµαρροι; που εκβάλει στον όρµο στσ' Αφόρµους και εκτείνονται µέχρι τη θάλασσα. Η µία ονοµάζεται «του Απολλώνου το βουνί» (εκεί όπου βρίσκεται ο κούρος και η επιγραφή), η κορυφή της οποίας λέγεται «Καστράκι» και η δεύτερη «ο Άη Δηµήτρης», όπου υπάρχει παλαιό ορυχείο χαλκού.
Στους δυο αυτούς ορεινούς και µε µεγάλες κλίσεις όγκους, που καλύπτουν όλη σχεδόν την έκταση που είναι κτισµένος ο οικισµός του Απόλλωνα και µέχρι τον όρµο «Αφόρµους» δυτικά του οικισµού, εκτείνεται το αρχαίο λατοµείο του Απόλλωνα32.
        Στην πρώτη µαρµαροτραχιά, όπου παρατηρείται και η µεγαλήτερη δραστηριότητα, κείται ο υπερµεγέθης ηµίεργος κούρος (11 µέτρα), από τους αρχαιότερου; που υπάρχουν στον ελληνικό χώρο, ο οποίος παριστάνει τον πωγωνοφόρο θεό Διόνυσσ'". Στην κορυφή του λόφου «Καστράκι» και στη θέση «γράµµατα», στη νότια πλευρά του απότοµου βράχου, βρίσκεται η επιγραφή «όρος χωρίου ιερού Απόλλωνοω ". Σ' αυτή τη θέση υπήρχε πιθανότατα κάποια λατρευτική εστία τα ίχνη της οποίας δεν έχουν εντοπιστεί και κατά τον καθηγητή Β. Λαµπρινουδάκη «φαίνεται ανάλογος µε το µοναδικής σηµασίας για τις αρχές της αρχαίας αρχιτεκτονικής και πλαστικής ιερό που αποκαλύφτηκε πρόσφατα µέσα στα λατοµεία των Μελάνων». Το όνοµα του οικισµού προέρχεται από την αρχαία αυτή επιγραφή, που χρονολογείται στα τέλη του 50υ êáé ôéò áñ÷Ýò ôïõ 40υ áéþíá ð.Χ.
        Στον χώρο γύρω από τον κούρο, αλλά και σε όλη την έκταση του λατοµείου και στις δύο µαρµαροτραχιές µέχρι τη θάλασσα, υπάρχουν ως σήµερα έντονα τα σηµάδια και τα αποµεινάρια των εκτεταµένων δραστηριοτήτων του αρχαίου λατοµείου στα 300 περίπου χρόνια που λειτούργησε (6°\ 50ς êáé 40ς áé. π.Χι). Είναι εκατοντάδες οι µαρµάρινοι ηµικατεργασµένοι όγκοι που αποκόπηκαν από εκεί και µεταφέρθηκαν στη Δήλο, την πόλη της Νάξου, τη Θήρα, τη Σάµο, την Κάτω Ιταλία, και σε άλλα µέρη του αρχαίου ελληνικού κόσµου ".
       Ίχνη αποκοπής µαρµάρινων όγκων εντοπίσαµε το καλοκαίρι του 2008 και στη δεύτερη µαρµαροτραχιά του Άη Δηµήτρη πάνω απ' τον όρµο Αφόρµους (κυρίως στο τµήµα της κάτω απ' τον επαρχιακό δρόµο και µέχρι τη θάλασσα και στην περιοχή όπου βρίσκεται η αγροικία του Κοντοκανοµιχάλη).
        Πολλοί ηµίεργοι κούροι µεταφέρθηκαν κατά την αρχαιότητα σε περιοχές του τότε γνωστού αρχαίου κόσµου στη Μεσόγειο και βρίσκονται σε ελληνικά µουσεία (Εθνικό Αρχαιολογικό µουσείο Αθηνών, αρχαιολογικό µουσείο Νάξου κ.α.), αλλά και σε µουσεία του εξωτερικού (Βερολίνου, κ.α.).
         Στον εκτεταµένο χώρο του λατοµείου εντοπίστηκαν από ντόπιου ς δύο τουλάχιστον κούροι, εκ των οποίων ο ένας, που εντοπίστηκε το 1836 από ντόπιο αγρότη (δεν διασώθηκε το όνοµά του), παραδόθηκε στους αρχαιολόγους και µεταφέρθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο όπου εκτίθεται ως σήµερα και είναι ο Θεός Απόλλων (Εικ. 21)36. Ο άλλος που παριστάνει νεαρό αθλητή (µεγέθους φυσιολογικού, ακέφαλος και µε τα πόδια κοµµένα στο ύψος των µηρών) πουλήθηκε τη δεκαετία του 1960 από ντόπιου ς σε αρχαιοκαπήλους και βρέθηκε αργότερα στο µουσείο Γκετύ στο Λος Άντζελες της Αµερική;" (Εικ. 22), γνωστό για τις σχέσεις του µε διεθνή κυκλώµατα αρχαιοκαπήλων, όπως µε τοπαγκοσµιο κέντρο διακίνησης προϊόντων αρχαιοκαπηλίας στη «Σχοινούσα», που αποκαλύφτηκε πριν µερικά χρόνια (2007).
       Ο κούρος αυτός παραχωρήθηκε στη συνέχεια στο µουσείο Princeton της Αµερικής όπου τον εντόπισε η καθηγήτρια της αρχαιολογία; στο Πανεπιστήµιο Αθηνών Γεωργία Αλευρά και τον µελέτησε δίνοντάς του το όνοµα «ο κούρος του «Princeton». Σήµερα ο κούροι; αυτός βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη και στο ενηµερωτικό δελτάριο που είναι αναρτηµένο στη βιτρίνα του αναγράφεται ότι αυτός έχει δωρηθεί στο µουσείο από την οικογένεια Παπαδηµητρίου, δηλ. από τους ιδιοκτήτεξ της βίλας στη Σχοινούσα.
      Στα δυο πανάρχαια λατοµεία της Νάξου, στον Απόλλωνα και στο Φλεριό (Μέλανες-Ποταµιά) γεννήθηκε η µεγαλύτερη τέχνη της αρχαιότητας, η ελληνική µαρµαρογλυπτική. Από τα δυο αυτά αρχαία λατοµεία προέρχονται τα περισσότερα µαρµάρινα έργα και µνηµεία που βρίσκονται στο ιερό νησί των αρχαίων Ελλήνων τη Δήλο, ο κούροι; του Απόλλωνα, αλλά και δεκάδεξ κούροι που µεταφέρθηκαν σε διάφορες περιοχές του αρχαίου ελληνικού κόσµου.
        ο αρχαίο ς µόλος του Απόλλωνα (Εικ. 23, 24)
        Εκτεταµένα αποµεινάρια του µόΛου του αρχαίου λιµανιού του Απόλλωνα βρίσκονται στη θέση «Μάρµαρα», στην ακτή µπροστά απ' το παλιό ξενοδοχείο «Αίολοξ». Ο µόλος είναι κατασκευασµένοι; από µεγάλους µισοκατεργασµένους µαρµάρινους ογκόλιθου; και ονοµάζεται απ' τους ντόπιου ς «Στα µάρµαρα». Μέχρι τη δεκαετία 1960 ο µόλος σωζόταν σε όλο του σχεδόν το µέγεθος, όπως προκύπτει από φωτογραφίες προπολεµικές, αλλά όταν κατασκευαζόταν ο σηµερινός ηµιτελής κυµατοθραύστης του όρµου, αφαιρέθηκαν µεγάλος αριθµός ογκολίθων και χτίστη καν στο νέο κυµατοθραύστη ".
      Αναφορά στον αρχαίο αυτό µόλο κάνει ο γνωστός περιηγητής Ιγνάτιος Λίχτε, ηγούµενος της µονής των Ιησουιτών στη Χώρα Νάξου, ο οποίος επισκέφτηκε τον Απόλλωνα γύρω στα 1880-1890. Στο βιβλίο του «Νάξος» που δηµοσίευσε σε µετάφραση ο Γ. Κρέµος στο περιοδικό «Απόλλων εν Πειραιεί»39, αναφέρει ο Λίχτε τα εξής για τον αρχαίο µόλο του Απόλλωνα όπως τον είδε κατά την επίσκεψή του: « ... 0 λιµένας [του Απόλλωνα] δεν αξίζει διόλου, επειδή είναι το ατόµιον αυτού πάρα πολύ ανοικτόν και υπόκειται εις τον βορειοανατολικόν άνεµον. Όµως ήτο ένα πρόχωµα (µώλος) από το οποίον αποµένει µόνον τόσον όσον χρειάζεται διά να µην αλησµονηθεί ολοτελώς» .
       Η αρχαιολόγοι; Αγγελική Σίµωσι (διευθύντρια σήµερα της Εφορίας Εναλίων αρχαιοτήτων) προέβη σε επιτόπια έρευνα και δηµοσίευσε σχετικό άρθρο στο περιοδικό Ναξιακά'".
       Η καθηγήτρια της Αρχαιολογία; στο Πανεπιστήµιο Αθηνών Γεωργία Κοκκορού-Αλευρά αναφέρεται επίσης στον αρχαίο µόλο του Απόλλωνα41
      Ο οµότιµος καθηγητής της αρχαιολογία; στο Παν/µιο Αθηνών Βασ, Λαµπρινουδάκης στην ανακοίνωσή του στο Δ' Πανελλήνιο Συνέδριο µε θέµα «Η ΑΞΟΣ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩ ΑΙΩΝΩΝ» στην Κωµιακή αναφέρεται στον αρχαίο µόλο και γράφει: «ο αρχαίος µόλος, λείψανα του οποίου σώζονται στον όρµο του Απόλλωνα, πιθανότατα δεν εξυπηρετούσε απλώς την εξαγωγή των µαρµαρίνων έργων των πρωτοπόρων Λατόµων του τόπου, των οποίων εγκαταστάσεις έχουν ήδη εiiισηµανθεί στην περιοχή, αλλά και τη διακίνηση άλλων προϊόντων» 42.  
     ο αρχαίο ς δρόµος
     Στο σηµείο που βρίσκεται ο αρχαίο; µόλος αποδεικνύεται ότι κατέληγε και ο «αρχαίο; δρόµος», πάνω στον οποίο µετέφεραν µε το σύστηµα της διολίσθησης τους ηµίεργους κούρους και τους άλλους µαρµάρινους όγκους, για να τους φορτώσουν στα πλοία και να τους µεταφέρουν στη Δήλο και αλλού.
     Τα ίχνη του «αρχαίου δρόµου» εντοπίστηκαν κατά τη διάνοιξη της αµαξιτής οδού Απόλλωνα-Κωµιακής το 1930, όπως και κατά τη διάνοιξη θεµελίων σε παρακείµενες στην περιοχή αυτή οικοδοµές, σύµφωνα µε µαρτυρίες ντόπιων (1970) . Ο αρχαίοι; αυτός δρόµος περιγράφεται από τους πληροφοριοδότες µου σαν ένας φαρδύς δρόµος επιµελώς στρωµένο; µε επεξεργασµένου; µαρµάρινους όγκους43;
      Ο αρχαίοι; δρόµος», όπως φαίνεται στο σχέδιο του αρχαιολόγου Μ. Κορρέ για τα αρχαία λατοµεία της Πεντέλης 25),2Jταν ένα µαρµαροστρωµένο φαρδύ µονοπάτι, που ξεκινούσε από το εσωτερικό του αρχαίου λατοµείου και έφθανε µέχρι την ακτή µπροστά στον αρχαίο µόλο. Τέτοιοι «δρόµοι» βρίσκονται σε όλα σχεδόν τα αρχαια λατοµεια µαρµαρου 44
      το τοπωνύµιο «Κωµιακή»
      Το τοπωνύµιο «Κωµιακή», όπως υποστηρίζει ο καθηγητής Ιω. Προµπονάς παραπέµπει στην ύπαρξη αρχαίου οικισµού, που έφερε το όνοµα κώµη45, γύρω απ' τον οποίο αναπτύχθηκαν µικρότεροι οικισµοί, το Σκεπόνι, ο Απόλλωνας, ο Μυρίσης, η Χίλια Βρύση, η Αγιά Κ.α.
     Οι πρώτες γραπτές καταγραφές του τοπωνυµίου Κωµιακή είναι σε λατινική γραφή. Η πρώτη απαντάται σε έγγραφο του 1449µ.Χ. µε τη διατύπωση «Chimiachi» και η δεύτερη σε έγγραφο του 1537 µ.Χ. µε τη διατύπωση «Comiachi».
     Στη διαθήκη του φράγκου φεουδάρχη-αυθέντη της Ανάφης Γουλιέλµου Γρίσπου (δούκας Γουλιέλµος Β' ) µε ηµεροµηνία 1449/4 Ιουνίου, αναφέρεται ότι ο διαθέτη; έχει στην κατοχή του ένα κτήµα στην περιοχή της Κωµιακής στη Νάξο, το οποίο αφήνει σε κάποιο συγγενή του. Το έγγραφο της διαθήκης βρίσκεται στα αρχεία της Βενετίας (φάκελος οτάριοι Κρήτης, τόµος 115, φ. 184) και το εντόπισε ο φίλος και ερευνητής της µεσαιωνική ς ιστορία της Νάξου Ολλανδός Ben SIot, επίτιµος δηµότης Νάξου, ο οποίος έθεσε την πληροφορία αυτή στη διάθεσή µου στη διάρκεια του Δ' Πανελλήνιου Συνεδρίου µε θέµα «Η ΝΑΞΟΣ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ» (4.9.2008).
      Πριν από την ανακάλυψη αυτού του ντοκουµέντου η µέχρι σήµερα γνωστή παλαιότερη γραπτή αναφορά του τοπωνυµίου «Κωµιακή» (επίσης στα Λατινικάj ήταν του έτους 1537 στο «Isolario Dell Archipelago» του περιηγητή Fr. Lupaggolo4 , όπου το τοπωνύµιο καταγράφεται µε τον τύπο Comiachi. Παρατηρούµε ότι η λάτινική καταγραφή του τοπωνυµίου είναι σχεδόν πανοµοιότυπη στα δύο έγγραφα.
        Στη διαθήκη του Γ. Γρίσπου η Κωµιακή αναφέρεται: Chimiachi. Το σχετικό απόσπασµα είναι:
 « ...omniα .jαrdinα et vineαm que hαbeo in dictα insulα in loco vocato Chimiαchi». Το πλήρες απόσπασµα αναφέρει: « ... και στη Ζουάνα αφήνω το κτήµα στη Νάξο λεγόµενο στο Άµο, όλους τους κήπους και το αµπέλι που έχω στον τόπο λεγόµενο Chimiachi [Κωµιακή] και το άλλο µισό του µεγάλου µου αµπελιού στη Νάξο να το διαµερίσει µε τον αδελφό της Ιάκωβο ... ».
      Ολόκληρη η διαθήκη µε τίτλο: <<Μια διαθήκη της δουκικής οικογένειας Κρίσπων της Νάξου», µε τον ανάλογο σχολιασµό, δηµοσιεύτηκε από τον Ben Slot στο ναξιώτικο περιοδικό «Φλέα» τχ. 28 (Οκτ.-Δεκ. 2010), σ. 5-12 (Η αναφορά στο τοπωνύµιο Κωµιακή γίνεται στη σ. 6).
        Η πρώτη καταγραφή του τοπωνυµίου «Κωµίακή» στα ελληVΊKα βρίσκεται σε δικαιοπρακτικό έγγραφο του 1639. Πρόκειται για τη διαθήκη της Βαγιανής του
Χ "Κ ,~ ωριανου απο την ωµιακη .
       Ο Μ.Κ. Κρίσπης (πιθανώς ήταν γιος του βουλευτή Κων. Κρίσπη) σε άρθρο του στο περιοδικό «Νεοελληνικά Ανάλεκτα» (1874) του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσό;», µε τίτλο «Δηµώδη παραµύθια-Νάξος», γράφει για το τοπωνύµιο Κωµιακή: « τας ανωτέρω παραβολάς και ολίγα τινά παραµύθια µου διηγήθη µία ηλικωµένη υπηρέτριά µας Αλισάφη (= Ελισάβετ) καταγοµένη από έν απώτατον της Νάξου χωρίον Κοµνιακήν. Η ιδία είπεν ότι µία βασίλοπούλα, «Κοµνιανή» ονόµατι, ήλθε τω καιρώ εκείνω από την Κωνσταντινούπολιν και κατώκησεν υπό ένα βράχον έξωθεν του χωρίου φέροντα έτι το όνοµά της «η πέτρα της Κοµνιανής». Ως εκ τούτου, µοι είπεν, εκλήθη το χωρίον Κοµνιακή. Θα ήτο βέβαια θυγάτηρ τις των βασιλέων της Κωνσταντινουπόλεως Κοµνηνών, Κοµνηνή καλουµένη. Η παραγωγή αύτη µοι φαίνεται πιθανωτέρα παρά εκείνη την οποίαν δίδουσιν άλλοι: «ότι είνε δηλαδή παρασχηµατισµός του «κώµη» και εποµένως πρέπει να γράφηται Κωµιακή»48.
      Το όνοµα Κορωνίς-Κορωνίδα εµφανίζεται για πρώτη φορά το 1834, όταν το πρώτον ιδρύθηκαν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος Δήµοι. Στη Νάξο συστάθηκαν πέντε Δήµοι (Νάξου, Βίβλου, Τραγαίας, Απειρανθίας, Κορωνίδος). Πρωτεύουσα του Δήµου Κορωνίδος ορίστηκε η Κωµιακή. Το όνοµα Κορωνίς έχει προφανώς σχέση µε τη νύµφη Κορωνίδα, τροφό του Θεού Απόλλωνα, η οποία κατά την παράδοση ζούσε στο βουνό «Κόρωνοι;», η ψηλότερη κορυφή του οποίου βρίσκεται νότια του οικισµού Κωµιακή, πάνω από το Σκεπόνι.
      Ο οικισµός της Κωµιακής ουδέποτε ονοµάστηκε Κορωνίς, καθότι το όνοµα προσδιορίζει τον Δήµο µε όλους τους οικισµούς του (Κωµιακή, Βόθροι, Σκαδό, Μέση, Κεραµωτή, Απόλλωνας, Σκεπόνι, Χίλια Βρύση κ.λπ.) και αργότερα την Κοινότητα, όχι όµως το χωριό.
     Στα επίσηµα έγγραφα ίδρυσης του Δήµου Κορωνίδος αναφέρεται ως πρωτεύουσα το χωριό Κωµιακή. Αλλά και στο νόµο µε τον οποίο ιδρύθηκαν για πρώτη φορά οι κοινότητα; (1912) αναφέρεται η Κοινότητα Κορωνίδος, ή οποία περιλαµβάνει τους οικισµούς Κωµιακή, Απόλλωνα και Σκεπόνι 49.
     Το χωριό αναπτύχθηκε και απέκτησε ξεχωριστή σηµασία (όπως και τα άλλα γειτονικά χωριά της βόρειας Νάξου), κατά την περίοδο των αραβικών επιδροµών στο Αιγαίο (µέσα 70υ Ýùò µέσα 1Ο0υ αι.), όταν οι παράλιοι οικισµοί της ευρύτερης περιοχή; εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους τους από τον φόβο των πειρατών και των συχνών επιδροµών, λεηλασιών και αρπαγών ανθρώπων και αγαθών από τους Σπαντήδες πειρατές κυρίως, όπως τους αποκαλούσαν οι ντόπιοι".
      Δεν σώθηκαν όµως µέσα στην Κωµιακή σαφή στοιχεία από τους χρόνους εκείνους κατά τους οποίους κτίστηκε πιθανότατα το µοναστήρι της Αγιάς και ίσως ο ναός των Αγίων Θεοδώρων στον οµώνυµο όρµο.
      παλαιοχριστιανικές, βυζαντινές και µεταβυζαντινές εκκλησίες
      Στην Κωµιακή και στην ευρύτερη περιοχή της υπάρχουν σηµαντικοί ναοί, παλαιοχριστιανικοί, βυζαντινοί και µεταβυζαντινοί, καθώ; και δύο µοναστήρια, το µοναστήρι της Αγιάς και το µοναστήρι της Φανερωµένητ;".
      Μέσα στο χωριό υπάρχει µόνο ο υστεροβυζαντινός ναός των Ταξιαρχών (Εικ. 26, 27) Ωοποίος αποτελεί το βόρειο κλίτος του ενοριακού ναού της Θεοσκέπαστης (Εικ. 28),οποίου η αρχική φάση (το καθολικό) ανήκει πιθανόν στους µέσους βυζαντινούς χρόνουξ'".
      Λίγο έξω απ' το χωριό προς τα βόρεια (500 µέτρα) και πάνω στον δρόµο προς τον Απόλλωνα βρίσκεται ο βυζαντινός κοιµητηριακός ναός του Αγίου Γεωργίου=', που πρόσφατα αναπαλαιώθηκε (ΕίΚ. 29), ενώ νότια του χωριού (1000 µέτρα) και πάνω στον δρόµο προς Σκαδό-Κόρωνοξ στη θέση Βλακού βρίσκεται ο πιθανότατα βυζαντινός δίκλιτος ναός της Ζωοδόχου Πηγής-Αγίου Κωνσταντίνου (Βλακιώτισσαξκ" (Εικ. 30). Σ!9ν απέναντι από την Κωµιακή λόφο του Τρούλου, πάνω στο παλαιό µονοπάτι Κωµιακήξ-Ανέφαµα-Σκαδό), βρίσκεται ο βυζαντινός ναός του Αγίου Νικολάου JΈικ. 31) µεπολλές και σηµαντικέξ αγιογραφίες [Εικ. 32)55.
      Στον 10ο αιώνα ανήκει το Μοναστήρι της Αγιάς (Εικ. 33, 34) ~την οµώνυµη θέση, που γιορτάζει στις 15 Αυγούστου και ήταν το αρχαιότερο και σηµαντικότερο Πανναξιακό προσκύνηµα, µε παραδόσεις, θαύµατα και ιστορίες, µε τα άφθονα νερά και τη µοναδική σε αγριότητα και οµορφιά φύση. Το πανηγύρι αυτό σήµερα έχει ξαναζωντανέψει και συγκεντρώνει κάθε 15αύγουστο χιλιάδα; προσκυνητών ".
      Προς το τέλος του 160υ áé. χτίστηκε το ιστορικό Μοναστήρι της Φανερωµένης (1557), που γιορτάζει επίσης στις 15 ΑυγούστουΪ και συγκεντρώνει µεγάλο αριθµό προσκυνητών (Εικ. 35). Η ιστορική εικόνα της Παναγίας της Φανερωµένηξ εκλάπη από αρχαιοκαπήλουι; -στις 14.2.1962. Ήταν µια περίοδος που το µοναστήρι βρισκόταν σε πλήρη εγκατάλειψη.
      Παλαιοί είναι και άλλοι ναοί όπως ο Άγ. Γιώργης Σκεπονίτης στο Σκεπόνι58
(Εικ. 36),η Σωτείρα πάνω απ' το Σκεπόνι (Εικ. 37), ηΑγία Αναστασία στου Κανά59 όσηµερινός καινούριοι; ναός χτίστηκε στα ερείπια του βυζαντινού ναού που υπηρχε εκεί), οι Άγ. Θεόδωροι (Εικ. 38),ναός παλαιοχριστιανικό ς ανακαινισµένος'' , ο παλαιός ναός του Αγ. Μάµά στον καµπο (τα ερείπιά του βρίσκονται δίπλα απ' τον νεόδµητο ναό)61 J39), ο Άγ. Μάµας στα Χαλκιδιά Απόλλωνα'Ϊ", ο Άγ. Φωκάξ &Άη Φικάς) (Εικ. 40) στον φώνυµο όρµο του Απόλλωνα, παλαιοχριστιανικό ς ναόξ" , ο Άη Δηµήτρης στις υπώρειες του Εγκρεµνού των Αφρών, στο βουνό ψηλά πάνω απ' τον Απόλλωνα (σώζονται τα θεµέλια της), ο Άη Δηµήτρης στην οµώνυµη µαρµαροτραχιά πάνω απ' τον όρµο στσ' Αφόρµους βόρεια του Απόλλωνα, τα ερείπια του οποίου δεν έχουν εντοπισθεί.
      Τις εκκλησία; της περιοχής έχει καταγράψει, µελετήσει και δηµοσιεύσει ο αρχαιολόγοι; Γ. Μαστόρόπόυλός στον 3° τόµο του βιβλίου µου «ΚΩΜΙΑΚΗ» (2005), σ.35-96.
      το φράγκικο κάστρο της Κωµιακή; και οι πύργοι του «Φράγκου», του «Ντερεµόν»,     του «Γριµάλδι», των «Κόκκων».
     Στο κεντρικό τµήµα του οικισµού της Κωµιακήξ, που είναι και το παλαιότερο, κτισµένο στο πιο απόκρηµνο σηµείο του χωριού, που δεν είναι ορατό από τη µεριά της θάλασσας, για να µην το βρίσκουν εύκολα οι πειρατές (Σπαντήδες), υπάρχει το φράγκικο κάστρο'", σηµαντικά τµήµατα του οποίου διασώζονται και κατοικούνται, καθώξ και ο «πύργοτ; του Φράγκου», ένα διώροφο πυργόσπιτο (ιδιοκτησία; των απογόνων του Καρουσοµανώλη), όπως µαρτυρείται από γραπτές και προφορικές
αναφορές65 (Εικ. 41,42,43).     _
     Στην εΌρύτερη περιοχή της Κωµιακή; υπάρχουν επίσης οι φράγκικοι πύργοι του φεουδάρχη Γριµάλδι στο Σκεπόνι (Εικ. 44), το πυργάκι του Ντερεµόν στου Κανά ,&ικ. 45), ο πύργος των Κόκκων-Σπανών στην Αγιά (Εικ. 46). Όλα αυτά τα µνηµεία επιβεβαιώνουν την ανάπτυξη στην περιοχή ισχυρών φεoυδαρXΙΚΩV δοµών κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Η Κωµιακή και οι εξοχές της ήταν για τους φεουδάρχες τόποι παραθερισµού και γι' αυτό οι πύργοι δεν ήταν ογκωδη κτίσµατα, αλλά απλά πυργόσπιτα (πλην του πύργου της Αγιάς)66.

      Η ζωή στην περιοχή συνεχίστηκε αδιάκοπα καθ' όλη τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας-Τουρκοκρατίας. Στην Κωµιακή διασώζεται ένα απ' τα ελάχιστα τούρκικα τοπωνύµια της Νάξου, το τοπωνύµιο Γκισιµές (βρύση) (Εικ. 47).
     Στη Νάξο, όπου ως γνωστόν ελάχιστοι Τούρκοι (κάποιοί υπάλληλοι) δίέµεναν κατά διαστήµατα στη διάρκεια της τουρκοκρατίας, έχουν καταγραφεί από τον Αντ. Φλ. Κατσουρό τα τούρκικα τοπωνύµια: του «Αγά η βρύση» στον δρόµο από Χώρα προς τις Εγκαρές, του «Μεϊµέτη» (Δαµαριώνας), του «Μπιαλή» (Τρίποδεφ'". Πέραν αυτών υπάρχουν τα τοπωνύµια: στου «Καδή» τοποθεσία έξω από την Κεραµωτή και στον «Γκισιµέ», τοποθεσία και βρύση στους πρόποδες του οικισµού της Κωµιακής.
     Πρόκειται για την κύρια πηγή της Κωµιακής, από την οποία υδρευόταν από πολύ παλιά οι κάτοικοι του χωριού. Το σηµερινό αναπαλαιωµένο κτίσµα της βρύσης του Γκισιµέ χτίστηκε, σύµφωνα µε επιγραφή που υπάρχει στο µάρµαρο πάνω απ' την βρύση, το 1835. Η επιγραφή αναφέρει: <<.Στάης Φραγκούλης εποίει 1835».
    Γκισιµές ονοµάζεται και η περιοχή γύρω από την πηγή στο κάτω µέρος του χωριού, η οποία έχει πολλά περιβόλια και είναι κατάφυτη από οπωροφόρα δέντρα. Το νερό αυτής της βρύσης κρίθηκε ακατάλληλο ως πόσιµο, επειδή βρίσκεται στο κάτω µέρος του χωριού και ο υδροφόρος ορίζοντας µολύνονταν από τους στάβλους που υπήρχαν µέσα στο χωριό. Από τη δεκαετία του 1970 το χωριό υδρεύεται από άλλες πηγές (Χωστή, Σκίδια, Μπαξεβάνη).

       Οι Κωµιακίτες, όπως και οι άλλοι Ναξιώτες, ανέπτυξαν στενές σχέσεις µε τα παράλια της Μ. Ασίας, την Πόλη και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Μέχρι το 1897 πολλοί Ναξιώτες κι ανάµεσά τους Κωµιακίτες πήγαιναν και δούλευαν σε εποχιακές αγροτικές εργασίες, κυρίως στα αµπέλια, στην περιοχή της Σµύρνης και των Βουρλών, αλλά και στην Πόλη οι γυναίκες. Πολλοί από αυτούς τους µετανάστες έµειναν εκεί, ιδίως στα Βουρλά. Οι κάτοικοι αυτής της κατεξοχήν ελληνικής πόλης ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία Ναξιώτες κι ανάµεσά τους πολλοί Κωµιακίτες, όπως οι Κορέδες, µεγαλέµποροι σταφίδας και προύχοντες των Βουρλών, πολλοί απ' τους οποίους βρήκαν µαρτυρικό θάνατο από τους Τ σέτες, όταν µπήκαν στα Βουρλά και τα έκαψαν στις αρχές Σεπτεµβρίου 1922. Η τραγική ιστορία της Ουρανίας Κορρέ παρουσιάστηκε στην εφηµερίδα «Ελεύθεfgον Βήµα» το 1935 από τον Σπ. Μελά στο χρονογράφηµά του «µια ηρωική γυναίκα» 8.
      Αποτέλεσµα αυτών των σχέσεων της Κωµιακής µε την Ανατολή είναι και το γεγονός ότι στον Απόλλωνα και στη συνέχεια στην Κωµιακή κατέφυγαν κυνηγηµένοι απ' τους Τούρκους το 1822, τα αδέλφια Μαστροεργάκης και Μαστροκώστας Αγγελής από το Αϊβαλί (Κυδωνίες), αφού είδαν τον πατέρα, τη µάνα και τον µικρό αδελφό τους Άγγελο να τους σφάζουν οι Τούρκοι. Στην Κωµιακή τα δυο αδέλφια έφτιαξαν σιδεράδικο και δηµιούργησαν την πολυπληθή οικογένεια Αγγελή, που απλώθηκε και σ' άλλα χωριά της Νάξου (Σαγκρί, Δαµαριώνα, Εγκαρές, Χώρα) 69.
      Μικρασιάτικες ρίζες έχουν και άλλες οικογένειες της Κωµιακής. Οι Καρούσηδες είναι Χιώτες. Οι Βιτζηλαίοι (Μπιτζηλαιάδες) ήρθαν απ' το Αϊβαλί το ένα παρακλάδι που είναι και το παλαιότερο. Το άλλο είναι Κρητικοί και αρχικά ονοµάζονταν Μπιτζηλάκηδες, αλλά αργότερα έγιναν κι αυτοί Μπιτζηλαίοι­Βιτζηλαίοι". Οι Λεβαϊαννάδες είναι απ' την Ικαριά. Το αρχικό τους επίθετο ήταν Κόχυλας, επίθετο που και σήµερα συναντάται ευρύτατα στην Ικαρία". Το άλλαξαν µε αφορµή ένα παρατσούκλι (Λεβα-ιάννης). Οι Χατζόπουλοι έχουν τις ρίζες τους στην Πόλη.
      Οι Κορέδες (Κορρέδες), είναι Ισπανοεβραϊκής καταγωγής και εγκαταστάθηκαν κατά τον µεσαίωνα αρχικά στο Σκαδό. Το όνοµα αυτό αναφέρεται σε πολλά βιβλία της Π. Διαθήκης ως µια από τις φάρες των Εβραίων)72.
      Οι Χωριανόπουλοι προέρχονται από την Πελοπόννησο (περιοχή Λακωνίας­Σπάρτης)73, όπως και οι Πιτταράδες που βγήκαν στη Νάξο κυνηγηµένοι από την αποτυχηµένη επανάσταση των Ορλώφ 74. Οι Αλιµπερτάδες και οι Φρατζέσκοι έχουν τις προγονικές τους ρίζες σε Φράγκικες οικογένειες ντόπιων φεουδαρχών 7S.

      η Κωµιακίτικη µουσικοχορευτική παράδοση
      ο Μπιτζηλαιαδίστικος Κωµιακίτικοξ χορός και σκοπός

     Η Κωµιακή µαζί µε τον Κυνίδαρο και την Απείρανθο αποτελούν την κοιτίδα της ναξιώτικης µουσικής παράδοσης. Ο Μπιτζηλαιαδίστικος χορός76 και σκοπός, που µόνο στην Κωµιακή χορευόταν και τραγουδιόταν, είναι χαρακτηριστικό δείγµα του ρόλου που έπαιξαν οι κάτοικοι της περιοχή; αυτής στη διαµόρφωση και εξέλιξη της παραδοσιακής ναξιώτικης µουσικής, αυτής που σήµερα την ονοµάζουν (κακώς) νησιώτικη µουσική.
      Από τα αναπτυγµένα παράλια της Μ. Ασίας οι Κωµιακίτες και οι άλλοι Ναξιώτες έφεραν πολλά πολιτισµικά στοιχεία και κυρίως µουσικά ακούσµατα πάνω στα οποία καλλιέργησαν την παραδοσιακή µας µουσική.

     Πρωταγωνιστής, ο µεγαλύτερος, στην εξέλιξη της ναξιώτικης µουσική; παράδοσης, υπήρξε ο Κωµιακίτης βιολάτορας Θεοφάνης Παντελιάς (Εικ. 48), ο οποίος µε τα µουσικά ακούσµατα που έφερε απ' τη Μ. Ασία την περίοδο 1920-1923 που βρέθηκε εκεί ως στρατιώτης και στη συνέχεια αιχµάλωτο ς, συνέβαλε καθοριστικά στην εξέλιξη και τον εµπλουτισµό της παραδοσιακής ναξιώτικης µουσικής και αυτό παρά το σύντοµο πέρασµά του από τη ζωή (πέθανε σε ηλικία 30 χρόνων, 1900-1930)77.
      Η συµβολή του Θεοφάνη στην δυναµική ποιοτική εξέλιξη της ναξιώτικη; µουσικής παράδοσης τη δεκαετία 1920-1930 είναι τεράστια και αυτό αναγνωρίζεται από όλους τους µετέπειτα µεγάλους ναξιώτες βιολάτορες (Μιχ. Κονιτόπουλος ­Μωρό, Σταµάτης Μπαρδάνης, Γιώργος Κονιτόπουλος κ.α.). Όλοι αυτοί αναγνωρίζουν τον Θεοφάνη ως τον δάσκαλο, τον πρωτοπόρο, εκείνο που έφερε απ' τη Μικρά Ασία τα µουσικά στοιχεία που εκτίναξαν τη ναξιώτικη µουσική παράδοση.
       Η σύντοµη χρονικά παρουσία του Θεοφάνη Παντελιά στην δηµοτική µουσική παράδοση της Νάξου, αποτελεί τελικά τον σηµαντικότερο σταθµό στη µετεξέλιξη και τον εµπλουτισµό της. Η σηµερινή παραδοσιακή ναξιώτικη µουσική έχει τις βάσεις της σ' αυτή την περίοδο
.
       ο Κωµιακίτηξ Οικουµενικός Πατριάρχη ς Άνθιµος Γ' 78 (Εικ. 49, 50)
       Ο Κωµιακίτης Οικ. Πατριάρχης, ο µοναδικός Ναξιώτης και Κυκλαδίτης που ανέβηκε στο ύψιστο αυτό αξίωµα της Ορθοδοξίας, κατά κόσµο Σακελάριος Ι. Χωριανόπουλος, γεννήθηκε το 1763 στην Κωµιακή. Η προτοµή του φιλοτεχνήθηκε µε δαπάνες κυρίως οικογενειών Χωριανοπουλαίων και τοποθετήθηκε το 2007 στον προαύλιο χώρο της εκκλησία; του χωριού. Ο Άνθιµος ήταν γιος του παπα-Γιάννη Εµµ. Χωριανόπουλου, του γενάρχη των Χωριανοπουλαίων της Κωµιακή; (ήρθε από το Χαλκί όπου ήταν παπάς ο πατέρας του και η καταγωγή τους είναι από τη Σπάρτη).
        Ο Σακελάριος σε νεαρή ηλικία έφυγε στην Ανατολή (Σµύρνη) και από εκεί στην Πόλη (ίσως και το Άγιο Όρος), όπου εκάρη µοναχός και ονοµάστηκε Άνθιµος. Το 1789 χειροτονήθηκε στο Πατριαρχείο διάκονος. Από το ξεκίνηµά του στο µοναχικό βίο συνδέθηκε µε στενή φιλία µε τον Γρηγόριο Ε' Μητροπολίτη Σµύρνης, Οικ. Πατριάρχη, Εθνοµάρτυρα. Το 1797 έγινε πρωτοσύγκελοξ του Οικουµενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και τον ίδιο χρόνο εκλέχτηκε µητροπολίτης Σµύρνης µε την υποστήριξη του Οικουµενικού Πατριάρχη Γρηγορίου ΕΌ Την ιστορική και µαρτυρική αυτή µητρόπολη ο Ά νθιµος ποίµανε επί 24 χρόνια, ανακαίνισε τις εκκλησιέξ της και στήριξε την ελληνική παιδεία. Ουδέποτε λησµόνησε την ιδιαίτερη πατρίδα του τη Νάξο και µαζί µε το συνάφι των βερολοποιών της Σµύρνης, που το ήλεγχαν οι Ν αξιώτες, έθεσε υπό την προστασία του το αλληλοδιδακτικό σχολείο που ίδρυσε στο Σαγκρί Νάξου ο φωτισµένος καλόγερο; Καλλίνικο; Βαρβατάκης. Παράλληλα διατηρούσε αλληλογραφία και στενές σχέσεις µε την οικογένεια των Πολιτών (Μαρκοπολίται αργότερα), η οποία επί πολλές δεκαετίες, πριν και µετά την Επανάσταση του 1821, ηγούνταν ουσιαστικά των κατοίκων της κεντρική; και ορεινής Νάξου στους αγώνες τους εναντίον των Φράγκων δυναστών.
       Το 1821 στις σφαγές της Σµύρνης συνελήφθη από τους Τούρκου; και εστάλη σιδηροδέσµιος στην Κωνσταντινούπολη, όπου σώθηκε χάρη σε υψηλά ιστάµενους φίλους του, για να συλληφθεί όµως και πάλι λίγους µήνες αργότερα µαζί µε άλλους ιεράρχες και να ριχτεί στις πιο άγριες φυλακές της Πόλης. Εκεί, όντας φυλακισµένος, εκλέχτηκε Οικουµενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ονοµασθείς Άνθιµος Γ

       Ο Άνθιµος παρέµεινε Πατριάρχης δύο χρόνια (1822-1824), αλλά επειδή δεν υπέκυψε στις πιέσεις του Σουλτάνου να στραφεί εναντίον του επαναστατηµένου ελληνισµού, καθαιρέθηκε, συνελήφθη από τους γενίτσαρους και εξορίστηκε στη µακρινή Καππαδοκία. Η καθαίρεσή του προκάλεσε λαϊκό ξεσηκωµό στο Φανάρι που τον κατέπνιξαν στο αίµα οι γενίτσαροι. Ο Σουλτάνος σχεδίαζε τη δολοφονία του, επειδή αρνιόταν να αποκηρύξει την Επανάσταση του '21, αλλά φοβήθηκε την
αντίδραση των λαών της Ευρώπης.     .
       Πέθανε το 1842 σε ηλικία 80 ετών στη Σµύρνη και τάφηκε στο προαύλιο της αγαπηµένης του εκκλησιά; του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στον απάνω µαχαλά της Σµύρνης. Στο ναό αυτό βρισκόταν αναρτηµένο µέχρι το 1922 το πορτραίτο του.

      Το σύνολο των εντυπωσιακών αυτών µνηµείων της ευρύτερης περιοχής της Κωµιακήξ, η ιστορία του τόπου και των κατοίκων του, ο σπουδαίος λαϊκός πολιτισµός που αναπτύχθηκε εκεί διά µέσου των αιώνων, λόγω της γεωµορφολογικής αποµόνωσης, παρέµεναν άγνωστα για µεγάλο χρονικό διάστηµα.
      Όλα αυτά σήµερα πλέον αναδεικνύονται και προκαλούν το ενδιαφέρον και . τον θαυµασµό ντόπιων και ξένων επιστηµόνων, ερευνητών, αλλά και παραθεριστών.
      Χρέος όλων µας και ιδιαίτερα των επιστηµόνων της νεότερης γενιάς είναι να συνεχίσουµε αυτή την προσπάθεια, η οποία µπορεί να συµβάλει τα µέγιστα στη σωστή αξιοποίηση των µοναδικών µνηµείων της φύσης και του πολιτισµού που διαθέτει αυτή η περιοχή, για τη δηµιουργία ενός νέου µοντέλου ανάπτυξής της.

1 Ν.1. Λεβογιάννης: «Ιστορία του τοπίου, τοπικές ιστορίεξ», Κωµιακή τ. Α', σ. 25
2 Σωκράτης Παπα βασιλείου (1909): Νάξος αρµενίζοντας στον χρόνο (Δήµος Νάξου 2006)" σ. 24 3 Ν.Ι. Λεβογιάννης: «Ιστορία του τοπίου, τοπικέ; ιστορίεξ», Κωµιακή τ. Α', σ. 30
4 Ν.Ι. Λεβογιάννητ; «Αρχαίοι τόπου>, σ. 48 και Πρακτικά ΑΡχ. Εταιρείας (ΠΑΕ) 1908, σ. 115 5 Ν.1. Λεβογιάννης: «Αρχαίοι τόπου>, ό.π. σ. 48.
6 Β.Λαµπρινουδάκης: Πρακτικά Δ' Πανελληνίου Συνεδρίου µε θέµα «Η ΝΑΞΟΣ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ
ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ» (2011) σ .....
7 Ν.1. Λεβογιάννης: «Αρχαίοι τόπου>, σ. 48 και Πρακτικά Αρχ, Εταιρείας (ΠΑΕ) 1908, σ. 115. 8 Ν.Ι. Λεβογιάννης: ό.π. σ. 51 καιΠΑΕ σ. 115
9 Ν.Ι. Λεβογιάννης: «Αρχαίοι τόπου>, ό.π. σ. 48 10 Εφηµ. «Κορωνίδα» Οκτ.-Δεκ. 2003, σ. 5
ι ι Β. Λαµπρινουδάκης Πρακτικά Δ' Συνεδρίου ....
12 Ν.1. Λεβογιάννης: «το τοπωνύµιο Αξός και ο θολωτός µυκηναϊκός τάφος στην Κωµιακή», «Κωµιακή τ. Γ», σ. 24
13 Ζ. Φραγκίσκος: «Περί των ονοµάτων της νήσου Νάξου», ΕΕΚΜ τ. Α', σ. 479-483 και Δ.
Οικονοµίδης: «Ονοµατολογία της Νάξου», NAΞlAΚA τχ, 19-20 (1988), σ. 3-4 και περ. ΑΡΧΑΤΟΣ, τχ, 3 (Δεκ. 2006-Φεβρ. 2007), σ. 31-35 .....
14 Κ. Παπαθωµά-Μαστοροπούλου: «Το τοπωνύµιο Αξός στην Κωµιακή» ΑΡΧΑ ΤΟΣ τχ, 1 (Καλ. 2005), σ. 18-23
15 Ι. Προµπονάς: «Οµηρική έρευνα και σηµερινά τοπωνύµια της Νάξου», Πρακτικά Α' Πανελλήνιου
Συνεδρίου µε θέµα: Η ΝΑΞΟΣ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ» (1994), σ. 927-930. 16 Ν. Λεβογιάννης: «Τα βοσκίστικά», Κωµιακή τ. Β', σ. 33
17 Στ. Φατούρος: «Νάξος ή Αξός», ΑΡΧΑΤΟΣ τχ. 2 (Σεπτ.-Νοεµβ. 2005), σ. 14-27
18 Ι.Θ. Κακριδής: «Ελληνική Μυθολογία» (Εκδοτική Αθηνών 1986), τ. 2 «Οι Θεού>, σ. 154 και τ. 3 «Οι ήρωες», σ. 284, 285, 303. Κατά τον Κακριδή: «Άλλοι πάλι ιστορούσαν πως ο Απόλλων είχε ζευγαρωθεί στην Κρήτη µε µια κόρη του Μίνωα, την Ακάλλη, και πως αυτή τον έκανε πατέρα όχι µόνο του Μίλητου, αλλά και του Κύδωνα και του Νάξου» (τ. 2, σ. 154), <<!f Ακάλλη ή Ακακαλίδα ήταν κόρη του Μίνωα και της Πασιφάης ή της Κρήτης. Κάποτε την είδε ο Απόλλων, την αγάπησε και ενώθηκε µαζί της ... Από την ένωση της Ακάλλης µε τον Απόλλωνα γεννήθηκε ο Νάξος. .. και ο Όαξος και ο Κύδων» (τ. 3, σ. 284), κ .. Πλήθος επώνυµοι ήρωες και οικιστές πόλεων έχουν συνδεθεί µε το µύθο της Ακάλλης: Μίλητος, Νάξος, Όαξος, Κύδων ... » (τ. 3, 285), κ .. ο Νάξος γιος του Απόλλωνα ή του Μίνωα έδωσε Το όνοµά του στη Νάξο», (τ. 3, σ. 303) και Στ. Φατούρος: ό.π.
19 Στ. Φατούρος: ό.π.
20 Μ. Δ. Κορρές: «Τα τοπωνύµια της Κωµιακής Νάξου», Πρακτικά Α' Πανελληνίου Συνεδρίου µε θέµα: Η Νάξος διά µέσου των αιώνων, 3-6 Σεπτεµβρίου 1992 (1994), σ. 831-860 και «Κωµιακή» τ. Α' (1996), σ. 335-665
21 Μ.Δ. Κορρές, ό.π. και Ν.1. Λεβογιάννης: Κωµιακή τ. Γ, σ. 23-26 και «Δρυ; Υψικάρηνος
(τιµητικός τόµος για τον Δ. Οικονοµίδη), Αθήνα 2007, σ. 301-310 22 Κ. Παπαθωµά-Μαστοροπούλου, ΑΡΧΑΤΟΣ τχ. 1, σ. 18-22
23 Στ. Φατούρος, ΑΡΧΑΤΟΣ τχ, 2, σ. 14-27
24 Δ. Οικονοµίδης, ΑΡΧΑ ΤΟΣ τχ, 3 (Δεκ. 20025-Φεβρ. 2006), σ. 31-35
25 Ι. Προµπονάς: «Τα τοπωνύµια και η σηµασία τους, το παράδειγµα της Νάξου», περ. ΦΛΕΑ τχ. 17 (Μαρτ. 2008), σ. 6, όπου και πλήρης βιβλιογραφία περί των τοπωνυµίων της Νάξου.
26 Στεφ.Εµµ. Ψαρράς: «Το γεωγραφικό όνοµα Νάξος. Η προϊστορία και η
ιστορία του», «Αγαθοεργίη- τιµητικός τόµος για τον Επίσκοπο Κυανέων Χρυσόστοµο Μαυρογιαννόπουλο», έκδοση «Σύλλογοι; Δαµαριώνα Νάξου» (Αθήνα 2008) σ. 407-416
27 κ.Γ. Χωριανόπουλος: οι µάντρες της Κωµιακή;», Κωµιακή τ. Β', σ. 365-372, όπου καταγράφονται
92 µάντρες στην περιοχή Κωµιακής. 28 Κωµιακή τ. Α', ό.π.
29 Κωµιακή τ. Α', ό.π.
30 Γ. Παπαθανασόπουλος, ΑΡχ. Δελτίο 1961/62 σ. 104-151
31 Η. Eberbard «Βυζαντινά κάστρα στις Κυκλάδες», ΕΕΚΜ τ. Ι' (1974-1978), σ. 517και Ν.
Ν. Λεβογιάννης Κωµιακή τ. Α', σ. 59 και Β. Λαµπρινουδάκης, Πρακτικά Δ' Συνεδρίου ....
32 Γ. Κοκκορού-Αλευρά: «Τα αρχαία λατοµεία µαρµάρου της Νάξου», Αρχαιολογική Εφηµερίς 131 (1992), σ. 339 και Α. Dworakowska: « Starozytne Kamieniology Cyklad, Arcbeologia 22 (1971), σ. 81 κ.ε.
33 Γ. Κοκκορού-Αλευρά, Λαµπρινουδάκης, Πρακτικά Δ' Παελληνίου Συνεδρίου ..... 34 Ν. Λεβογιάννης Κωµιακή τ. Α', σ. 52-58
35 Γ. Κοκκορού-Αλευρά, ό.π.
36 Γ. Κοκκορού-Αλευρά, ό.π. και Ν. Λεβογιάννης: «Χρονολόγιο Κωµιακή;», Εφηµ. Κορωνίδα, φ.49 (Ιαν.-Μαρτ. 2010), σ. 3
37 Ν.1. Λεβογιάννης: «Χρονολόγιο Κωµιακής», εφηµ. «Κορωνίδα», φ.54 (Απρ.-Ιουν. 2011), σ. 3
38 Ν. Λεβογιάννης: «Το αρχαίο λατοµείο του Απόλλωνα», Κωµιακή τ. Α', σ. 54 και Εφηµ. η Μάσκα, Νάξος, φ. 40/ 28.3.2008.
39 lγν. Λίχτε-Γ.Κρέµου: «Νάξος», περ. Απόλλων εν Πειραιεί, αριθ. 89/Μάιος 1892, σ. 68
40 Α. Σίµωσι: «ένα αρχαίο λιµενικό έργο στον Απόλλωνα Νάξου», περ. Ναξιακά, τχ. 26 (64), Σεπτ.
-Νοεµβρ. 2007,σ. 694-696
41 Γ. Κοκκορού-Αλευρά Πρακτικά Δ' Πανελλήνιου Συνεδρίου .... 42 Β. Λαµπρινουδάκης: ... Πρακτικά Δ'Συνεδρίου, σ ...
43 Ν. Λεβογιάννης: «Το αρχαίο λιµάνι του Απόλλωνα», Εφηµ. η Μάσκα, ό.Π. και Εφηµ. Κορωνίδα
Νάξου, ό.Π.
44 Μ. Κορρές: «από την Πεντέλη στον Παρθενώνα», Μέλισσα 1994, σ. 35 (σχέδιο). 45 Ι. Κ. Προµπονάξ, Κωµιακή τ. Β', σ. 15
46 Ν. Ι. Λεβογιάννης, Κωµιακή τ. Α', σ. 45 καιΜ. Δ. Κορρές Κωµιακή τ. Β', σ. 103
47 Αντ. Φλ, Κατσουρός: «Ναξιακά Δικαιοπρακτικά έγγραφα του 170υ αι.», ΕΕΚΜ τ. Ζ'(1968), σ. 24 -337 και Μ.Δ. Κορρές: «Το όνοµα Κωµιακή», ΚΩΜΙΑΚΗ τ. Β', σ. 79).
48 Ο Μ.κ. Κρίσπης: «Δηµώδη παραµύθια-Νάξοξ», Νεοελληνικά Ανάλεκτα (περιοδική έκδοση του
Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός») τ. Β' τχ. Α'- ΒΊ1874, σ. 4-15. 49 Μ. Κορρές Κωµιακή τ. Β', σ. 103
50 Γ. Μαστορόπουλος, Κωµιακή τ. Γ, σ. 63
51 Γ. Μαστορόπουλος, Κωµιακή τ. Γ, σ. 42, 77 52 Γ. Μαστορόπουλος, Κωµιακή τ. Γ, σ. 63
53 Γ. Μαστορόπουλος, Κωµιακή τ. Γ, σ. 69
54 Γ. Μαστορόπουλος, Κωµιακή τ. Γ, σ. 72
55 Γ. Μαστορόπουλος, Κωµιακή τ. Γ, σ. 74
56 Γ. Μαστορόπουλος, Κωµιακή τ. Α', σ. 215-232 και Γ, σ. 42
57 Ιακ. Καµπανέλης, Κωµιακή τ. Β', σ. 184-213 και Γ. Μαστορόπουλος, Κωµιακή τ. Γ, σ. 77 58 Γ. Μαστορόπουλος, Κωµιακή τ. Γ, σ. 53
59 Γ. Μαστορόπουλος, Κωµιακή τ. Γ, σ. 54
60 Γ. Μαστορόπουλος, Κωµιακή τ. Γ, σ. 48
61 Γ. Μαστορόπουλος, Κωµιακή τ. Γ, σ. 56
62 Γ. Μαστορόπουλος, Κωµιακή τ. Γ, σ. 59
63 Γ. Μαστορόπουλος, Κωµιακή τ. Γ, σ. 39
64 Ν. Λεβογιάννης, Κωµιακή τ. Γ, σ. 97 και Χρ, Καρούσης, Κωµιακή τ. Γ ,σ. Ι Ο 1 65 Ν. Λεβογιάννης Κωµιακή τ. Γ', σ. 98-99
66 Ν.Ι. Λεβογιάννης: Κωµιακή τ. Γ, σ. 97
67 Αντ. Κατσουρός: «Τοπωνύµια της Νάξου», Ναξιακόν Αρχψείον τχ, 6 (1947), σ. 76 (υποσηµείωση).
Του ίδιου: «Οι τούρκοι στη Νάξο», ΕΕΚΜ τ. Θ'(1971-1973), σ. 138 .... 68 Σπ. Μελάς: «Ελεύθερον Βήµα» 20.6.1936.
69 Ν.1. Λεβογιάννης: «Η οικογένεια Αγγελή», ΚΩΜΙΑΚΗ τ. Γ, σ. 205 και Δηµ. Αγγελή: «Οι
Αγγελήδες µια ιστορία σιδεράδων 200 χρόνων», Ναξιακά τχ, 16(54)-Μάρτιος-Μάιος 2005, σ. 48-54 70 Ν. Λεβογιάννης Κωµιακή τ. Γ, σ. 171
71 Ν. Λεβογιάννης Κωµιακή τ. Γ, σ. 177
72 Ν. Λεβογιάννης Κωµιακή τ. Γ, σ. 275
73 Ευστ. Γ. Σιδερής: «Το γενεαλογικό δένδρο της οικογένειας των Χωριανοπουλαίων», Κωµιακή τ.
Β' (200l), σ. 245-273
74 Ν. Λεβογιάννης Κωµιακή τ. Γ. σ. 236 75 Ν. Λεβογιάννης Κωµιακή τ. Γ. σ. 211 76 Ν. Λεβογιάννης Κωµιακή τ. ΑΌ σ. 38
77 Ν. ΛεβογιάννηςΚωµιακή τ. ΑΌ σ. 41-42
78 Ν. Λεβογιάννης Κωµιακή τ. Α',. σ ... , τ. Γ, σ. 405, εφηµ. Μάσκα Νάξου και φυλλάδιο.
Στάθης Φατούρος: «Άνθιµος Γ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως», Αγαθοεργίη (τιµητικό; τόµος για τον Επίσκοπο Κυανέων Χρυσόστοµο Μαυρογιαννόπουλο) 2008, σ. 477-489.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, τ. Θ', Ι'. Περιοδικό Ναξιακά
Περιοδικό Ναξιακόν Αρχείον τχ, 6 (1947) Περιοδικό Αρχατός, τχ, 1,2 (2007)
Πρακτικά Αρχαιολογική; Εταιρείας (Π.Α.Ε.) 1908
Πρακτικά Α' Συνεδρίου µε θέµα «Η Νάξος διά µέσου των αιώνων» Πρακτικά Γ Συνεδρίου µε θέµα «Η Νάξος διά µέσου των αιώνων» Πρακτικά Δ' Συνεδρίου µε θέµα «Η Νάξος διά µέσου των αιώνων» Εφηµερίδα «Κορωνίδα»
Αγαθοεργίη- τιµητικός τόµος για τον Επίσκοπο Κυανέων Χρυσόστοµο Μαυρογιαννόπουλο», έκδοση «Σύλλογοι; Δαµαριώνα Νάξου» (Αθήνα 2008) Νάξος -αρµενίζοντα; στο χρόνο, έκδοση Δήµου Νάξου 2006
Γεωργία Κοκκορού-Αλευρά: «Τα αρχαία λατοµεία µαρµάρου της Νάξου», Αρχαιολογική Εφηµερίς 131 (1992)
Χρ. Καρούσης: Ενδείξεις ύπαρξης Φράγκικου κάστρου στην Κωµιακή Νάξου Ν.Α. Κεφαλληνιάδης: Τα κάστρα της Νάξου.
Ν. Α. Κεφαλληνιάδης: Οι εκκλησίες της Νάξου και οι θρύλοι των Κοντελιέρης: Νάξος (1929)
Μ. Δ. Κορρές: Τοπωνύµια της Κωµιακής, ανακοίνωση στο Α' Πανελλήνιο Συνέδριο µε θέµα «Η ΝΑΞΟΣ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ» (1992).
Β. Λαµπρινουδάκης, ανακοίνωση στο Δ' Πανελήνιο Συνέδριο µε θέµα: «Η ΝΑΞΟΣ
ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ» (2008) Πρακτικά σ ...
Ν.Ι Λεβογιάwης: Κωµιακή τ. Α' (1996) Ν.Ι Λεβογιάwης: Κωµιακή τ. Β' (2001) Ν.Ι Λεβογιάννης: Κωµιακή τ. Γ (2005)
Γ. Μαστορόπουλος: «Το µοναστήρι της Αγιάξ», Πρακτικά Α' Συνεδρίου «Η Νάξος διά µέσου των αιώνων (1994) και «Οι εκκλησίες της Κωµιακής», Κωµιακή τ. Γ.
Δ. Οικονοµιδης, Οµότιµος καθηγητής Παν/µίου Αθηνών: « Το τοπωνύµιο Αξός στην Κωµιακή», περ. Αρχατός τ. 3IΙαν.-Φεβρ. 2006, σ. 31
Γ. Παπαθανασόπουλος: Κυκλαδικά Νάξου, Αρχ, Δελτίο 1961/62
Κατερίνα Παπαθωµά-Μαστοροπούλου: «Το τοπωνύµιο Αξός στην Κωµιακή», περ. Αρχατός τχ, Ι/καλοκαίρι 2005, σ. 18
Ιω. Κ. Προµπονάς: «Το τοπωνύµιο Κωµιακή», Κωµιακή τ. Β' σ. 15
Αγγελική Σίµωσι: «Ένα αρχαίο λιµενικό έργο στον Απόλλωνα Νάξου» περ. Ναξιακά τχ. 26(64) Σεπτ-Νοεµβρ. 2007.
Ben Slot: «Μια διαθήκη της δουκικής οικογένειας Κρίσπων της Νάξου», περ. «Φλέα» τχ. 28 (Οκτ.-Δεκ. 2010), σ. 5-12 (αναφορά στο τοπωνύµιο Κωµιακή).
Κλων Στέφανος: Πρακτικά Αρχαιολογική; Εταιρείας 1908
Στάθης Φατούρος: «Νάξος ή Αξός», περ. Αρχατός, τχ. 2/0κτ-Νοεµβρ. 2005, σ, 14 Όλγα Φιλανιώτου: «ο θολωτός Μυκηναϊκός τάφος Χωστής Κωµιακής», εφ. Κορωνίδα, ΟΚΤ.-εκ. 2003, σ. 5
Στεφ. Εµµ. Ψαρράς:





Δεν υπάρχουν σχόλια: