Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2017

Παρατσούκλια Βλαστός Φλώρος, Γ’ Κ.Α.Π.Η.Γαλατσίου

Ανέκδοτο παρατσούκλι
Συζητάνε ένας Ιταλός, ένας Γερμανός και ένας Έλληνας για το παρατσούκλι που έχει το πε*ς στην χώρα τους.
- Εμείς το λέμε "Ιππότη", λέει ο Ιταλός.
- Γιατί; τον ρωτάν οι δύο άλλοι.
- Γιατί σηκώνεται για να κάτσουν οι κυρίες!
- Εμείς το λέμε "Αυλαία", λέει ο Γερμανός.
- Γιατί; τον ρωτάν οι δύο άλλοι.
- Γιατί μετά από κάθε παράσταση πέφτει!
- Εμείς το λέμε "Φήμη", λέει ο Έλληνας.
- Γιατί; τον ρωτάν οι δύο άλλοι.
- Γιατί πηγαίνει από στόμα σε στόμα!!!!
 Βλαστός Φλώρος γράφει:


Είναι πολύ συνηθισμένο στις μικρές κοινωνικές ομάδες οι άνθρωποι να ξε- χωρίζουν μεταξύ τους όχι μόνο με τα ονοματεπώνυμά τους, αλλά και με πα- ρατσούκλια είτε αυτά αφορούν μεμο- νωμένα άτομα είτε ολόκληρες οικογέ- νειες.
Κάθε παρατσούκλι που δίνεται σε κάποιο άτομο ή οικογένεια έχει το νόη- μά του και το λόγο που δίνεται. Παρ’ όλα αυτά κάποια πράγματα αποτελούν ένα είδος παράδοσης και κα- τεστημένου για την εκάστοτε κοινωνία.
Ένα παρατσούκλι μπορεί να συνοδεύσει μία ή περισσότερες γενιές. Το χωριό μου δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγει από την παράδοση αυτή. Τα άτομα ή οι οικογένειες που είχαν και έχουν παρατσούκλια βρίσκονται εύ- κολα μόνο με το παρατσούκλι τους.
 Ας δούμε μερικά τέτοια παρατσούκλια στο χωριό μου. Κάποιον τον φωνάζουν ‘’Τσακωνιά- τη’’. Πως του δόθηκε το παρατσούκλι.
Ο εν λόγω άνθρωπος είναι τσαγκάρης. Στην πατρίδα μου (νησί), υπάρχει μία οικογένεια τσαγκάρηδων που έχουν μα- γαζιά και πωλούν παπούτσια αλλά και οι ίδιοι φτιάχνουν παπούτσια. Είναι καλής ποιότητας και τεχνικά τέλεια.
Όταν ο ανωτέρω μάθαινε την τέχνη, μια μέρα το αφεντικό του τον αποκάλεσε ‘’Τσακωνιάτη’’.
Το άκουσαν οι άλλοι μαθητευόμενοι αλλά και πε- λάτες και του έμεινε το παρατσούκλι ‘’Τσακωνιάτης’’. Τώρα όλοι στο χωριό τον φωνάζουν ‘’Τσακωνιάτη’’ και αυτός δεν στεναχωριέται αλλά αντίθετα ευχα- ριστιέται
. Ένα άλλον τον φώναζαν ‘’Βυζανάρη’’. Ο εν λόγω είχε μία μάνα η οποία ήταν μοδίστρα. Παλαιότερα οι μοδίστρες στα χωριά πήγαιναν στο σπίτι κάθε πελάτισ- σας και έκαναν μεροκάματο ράβοντας. Το παιδί όμως ήταν μεγάλο και η μη- τέρα του δεν το είχε απογαλακτίσει από το στήθος της και πήγαινε στα σπίτια που έραβε η μητέρα του και λόγω της πείνας του έδινε η μητέρα το στήθος της. Για τον λόγω αυτό τον ονόμασαν βυ- ζανιάρη και το παρατσούκλι του έμεινε. Ήταν κάποια άλλη οικογένεια που είχε μερικά παιδιά. Τα παιδιά με τους γονείς μένανε στην εξοχή.
Κάποια μέρα ένα από τα παιδιά άκουσε να γκαρίζει ένα γαϊδούρι. Στο παιδί φάνηκε ότι το γαϊδούρι γκαρίζει διαφορετικά από τα άλλα γαϊ- δούρια και εφώναζε. Άκου αυτό το γαϊδούρι πως γκαγκα- νίζει. Ακούστηκε σε μερικούς και από τότε και μετά του δώσανε το παρατσούκλι ‘’Γκαγκάνης’’ και διαδόθηκε σε όλο το χωριό.
Παλαιότερα οι βοσκοί στο χωριό μου σμίγανε και βοσκούσαν τα αιγο- πρόβατα τους μαζί.
 Ένα τέτοιο σμίξιμο έφερε κοντά δύο οικογένειες. Υπήρχαν λοιπόν μεταξύ τους μικροί και μεγάλοι βοσκοί. Μια μέρα ένας μεγάλος βοσκός φω- νάζει ένα μικρό που άνηκε σε άλλη οι- κογένεια να πάει να κλέψει από κάποιον άλλο βοσκό ένα κατσίκι να το φέρει να το γευματίσουν. Ο μικρός πήγε να κλέψει αλλά τον συνέλαβαν και τον πήγαν στο τμήμα. Εκεί μαρτύρησε ότι τον είχε στείλει ο μεγαλύτερος. Συλλαμβάνουν λοιπόν και το μεγαλύτερο και άρχισε η ανάκρι- ση κατ’ αντιπαράσταση. Ο μικρός επέμενε ότι τον είχε στείλει ο μεγάλος. Κάποια στιγμή ο μεγάλος γυ- ρίζει και λέει στο μικρό. Εγώ σε έστειλα κρίνε μου; Αυτό ήταν, ο μικρός από τότε και μετά του έμεινε το παρατσούκλι Κρίνος.
Χωρίς να αναφέρονται μέχρι σήμερα τα παρατσούκλια δύσκολα θα μπορέσει κάποιος να εντοπίσει άτομο που τυχόν αναζητεί.

Βλαστός Φλώρος, Γ’ Κ.Α.Π.Η.

Δεν υπάρχουν σχόλια: