Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΑΡΔΑΝΗΣ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΙΛΑΡΧΟΣ

Από τους Έλληνες αξιωματικούς που η χούντα 
βασάνισε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ με πρωτοφανή βαρβαρότητα 
«καθήκον η αναφορά στην ιστορική μνήμη, διδαχή για τις νεότερες γενιές»
γράφει ο φιλόλογος Νίκος Ι. Λεβογιάννης.

  ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΌ ΚΕΝΤΡΟ ΑΠΕΡΑΝΘΟΥ ΕΔΩ 
Είναι γνωστό ότι η δικτατορία των συνταγματαρχών της 21ης Απριλίου 1967 καταδίωξε κατά τρόπο βάρβαρο τους δημοκρατικούς αξιωματικούς. Είναι χιλιάδες οι αξιωματικοί που εκδιώχθηκαν τότε από τις ένοπλες δυνάμεις και πάρα πολλοί εκείνοι που βασανίστηκαν με πρωτοφανή αγριότητα.


Από τη Νάξο δύο αξιωματικοί υπέστησαν σκληρούς διωγμούς και αποτάχθηκαν για τα δημοκρατικά τους φρονήματα και την

αντιστασιακή τους δράση, αφού φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν απάνθρωπα. Ήταν ο ίλαρχος Μιχάλης Βαρδάνης και ο υποπλοίαρχος Γιάννης Βουραζέρης. 

Στη μνήμη του ύλαρχου αγωνιστή Μιχάλη Βαρδάνη ο Απεραθίτης δημοσιογράφος Δημήτρης Νανούρης (βίντεο)


Ο ίλαρχος Βαρδάνης υπέστη επί μήνες απάνθρωπα βασανιστήρια στο ΕΑΤ-ΕΣΑ.
* Ο Μιχάλης Βαρδάνης γεννήθηκε στην Απείρανθο Νάξου το 1936. Φοίτησε στο γυμνάσιο Νάξου και ακολούθως

εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων, απ’ όπου αποφοίτησε το 1958 με το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Στο ξεκίνημα της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας υπηρέτησε σε ακριτικές περιοχές και ως εθελοντής στην Κύπρο. Την εποχή της ανατροπής από τον βασιλιά της δημοκρατικής κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου του Γ. Παπανδρέου (15.7.1965) ο Μιχ. Βαρδάνης υπηρετούσε στην Κύπρο από τον Αύγουστο 1964.
Με απόφαση της κυβέρνησης των αποστατών (Στ. Στεφανόπουλου) όλοι οι δημοκρατικοί αξιωματικοί μετατέθηκαν από την Κύπρο σε μονάδες της βόρειας Ελλάδας. Ήταν αυτές οι ενέργειες προπαρασκευαστικές για την απομάκρυνση το 1968 της ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο, μια πράξη προδοσίας από τις πρώτες που διέπραξαν οι πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου.

Στη δίκη του «ΑΣΠΙΔΑ» ο Βαρδάνης γίνεται από «μάρτυρας κατηγορίας» μάρτυρας υπεράσπισης, γεγονός που θα σημαδέψει την πορεία του στο στρατό, αλλά και τη ζωή του ολόκληρη.
Στις 28.12.1966 μεταφέρεται συνοδεία ενόπλου αποσπάσματος από την Αλεξανδρούπολη, όπου υπηρετούσε, στην Αθήνα, για να καταθέσει ενώπιον του στρατοδικείου ως μάρτυρας «κατηγορίας» στη δίκη των 28 δημοκρατικών αξιωματικών του «ΑΣΠΙΔΑ».
Δεν ήταν όμως «ειλικρινής μάρτυς», καθότι από «μάρτυρας κατηγορίας» μετατράπηκε σε μάρτυρα υπεράσπισης των δημοκρατικών αξιωματικών (Δαμβουνέλης διοικητής του στην Κύπρο, Βλάχος και Αρ. Μπουλούκος) και ο Πρόεδρος του στρατοδικείου Καμπέρης ενοχλημένος τον παρατήρησε: «Δηλαδή ουσιαστικώς δεν ξέρετε τίποτα εσείς».
Από την ημέρα εκείνη ο Βαρδάνης μπαίνει στο στόχαστρο των συνωμοτών, οι οποίοι, υπό τον Συνταγματάρχη Γ. Παπαδόπουλο, ήλεγχαν όλες τις καίριες θέσεις στις Ένοπλες Δυνάμεις και προετοίμαζαν το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου και μετακινείται δυσμενώς από μονάδα σε μονάδα.

Στην αντίσταση εναντίον της χούντας πήραν μέρος πολλοί αξιωματικοί και υπαξιωματικοί και των τριών κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων. Η χούντα, επειδή δεν μπόρεσε να κάμψει το δημοκρατικό φρόνημα των αξιωματικών, στράφηκε εναντίον τους με αδυσώπητο μίσος. Η συμμέτοχη και δράση Αξιωματικών στις αντιστασιακές οργανώσεις «Δημοκρατική Άμυνα», «Ελεύθεροι Έλληνες», «Εθνική Σωτηρία» και το Κίνημα του Ναυτικού, είναι από τις κορυφαίες ενέργειες αντίστασης στη χούντα των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και του λαού.
Οι διώξεις των αξιωματικών αμέσως μετά την χωρίς αντίσταση επικράτηση της χούντας πήραν μορφή χιονοστιβάδας. Η χούντα των «Συνταγματαρχών» τιμώρησε σκληρά τους δημοκρατικούς αξιωματικούς και αυτοί είναι οι πρώτοι που δοκίμασαν την πρωτοφανή αγριότητα των «συναδέλφων» τους, ως τίμημα για την πίστη στον όρκο τους στο Σύνταγμα και την αφοσίωσή τους στις αξίες της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας.
Τα δυο πρώτα χρόνια της δικτατορίας είχαν εκδιωχτεί μόνο από τον στρατό ξηράς 2.500 αξιωματικοί και υπαξιωματικοί (Ελένη Βλάχου περ. «Greek Report», που εξέδιδε στο Λονδίνο).

Σύλληψη του Βαρδάνη στο Πολύκαστρο.

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 βρίσκει τον ίλαρχο Μ. Βαρδάνη να υπηρετεί στο Πολύκαστρο Χαλκιδικής και μάλιστα χωρίς «ανάθεση καθηκόντων». Συλλαμβάνεται αμέσως και τίθεται σε απομόνωση. μέσα στο στρατόπεδο.
Η αντικατάσταση του διοικητή του στρατοπέδου στο Πολύκαστρο στις αρχές Μαΐου 1967 από έναν Αντισυνταγματάρχη, που δεν ήταν όργανο της χούντας, είχε ως αποτέλεσμα να αποκατασταθεί ο Βαρδάνης στα καθήκοντά του και να αναλάβει και πάλι τη διοίκηση ίλης αρμάτων. Ήταν ο Αντισυνταγματάρχης τεθωρακισμένων Σταύρος Κακαβέλας, αντιχουντικός, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, αξιωματικός.
Ο Αντισυνταγματάρχης μύησε τον ίλαρχο Βαρδάνη στο κίνημα που ετοίμαζαν αντιχουντικοί αξιωματικοί με τον βασιλιά Κωνσταντίνο.
Τον Οκτώβριο 1967 ο ίλαρχος κατ’ εντολήν του Αντισυνταγματάρχη- Διοικητή του είχε τοποθετήσει πυρομαχικά μέσα στα άρματα, παρ’ όλον ότι αυτό απαγορευόταν και περίμενε την ημέρα που θα εκδηλωνόταν το κίνημα του βασιλιά στη Θεσσαλονίκη. Όμως το μυστικό φαίνεται διέρρευσε και η εκδήλωση του κινήματος αναβλήθηκε για τις 13 Δεκεμβρίου.

ο «κόκκινος ίλαρχος Βαρδάνης μάρτυρας της θηριωδίας των εγκαθέτων της χούντας»

Στις 25 Οκτωβρίου 1967 εμφανίζονται αιφνιδιαστικά στο στρατόπεδο Πολυγύρου αξιωματικοί - όργανα της χούντας- και ενεργούν έλεγχο στα άρματα της ίλης του Βαρδάνη, που τα βρίσκουν οπλισμένα με πυρομαχικά έτοιμα για μάχη. Το μυστικό είχε «καρφωθεί» μέσα απ’ το στρατόπεδο. Ο διοικητής τού στρατοπέδου δέχτηκε εντονότατες παρατηρήσεις, επειδή ανέθεσε τη διοίκηση ίλης στον «κόκκινο ίλαρχο Βαρδάνη», όπως τον αποκάλεσαν.
Ο διοικητής Κακαβέλας μετατέθηκε σε μονάδα επιστράτευσης στην Κοζάνη τον Οκτώβριο 1967 και ο ίλαρχος Βαρδάνης αποτάχτηκε από τις Ένοπλες Δυνάμεις με Συντακτική πράξη την επομένη (26 Οκτωβρίου 1967) μαζί με τους αξιωματικούς του ΑΣΠΙΔΑ, ως… ενεχόμενος στη «συνωμοτική» αυτή οργάνωση και ως «επικίνδυνος» για τις Ένοπλες Δυνάμεις.
Απότακτος Ο Μιχάλης Βαρδάνης πλέον συμμετέχει μαζί με άλλους απόστρατους αξιωματικούς στη σύσταση της αντιστασιακής ομάδας «Ελεύθεροι Έλληνες» του συνταγματάρχη Δημ. Οπρόπουλου και αργότερα θα προσχωρήσει στην αντιστασιακή ομάδα του αντισμηνάρχου εν αποστρατεία Τάσου Μήνη «Αντίσταση-Απελευθέρωση-Ανεξαρτησία-ΑΑΑ»

Στις 22 Απριλίου 1972 συλλαμβάνεται και βασανίζεται φρικτά από χουντικούς αξιωματικούς, ως μέλος της αντιστασιακής οργάνωσης «ΑΑΑ» του Τάσου Μήνη. Στην οργάνωση μετείχαν μεταξύ άλλων ο Σπύρος Μουστακλής και ο Γιάννης Αλευράς. Αργότερα απελευθερώνεται, για να συλληφθεί και πάλι τον Σεπτέμβριο 1972, οπότε οδηγείται ξανά στο ΕΑΤ/ΕΣΑ για ανάκριση. Θα παραμείνει κρατούμενος επί εξάμηνο, αλλά παρά τα σκληρά βασανιστήρια που υφίσταται, αρνείται να πει ο, τιδήποτε για την υπόθεση Οπρόπουλου-«Ελευθέρων Ελλήνων» και φυλακίζεται στον Κορυδαλλό από τις 22 Ιουνίου-16 Δεκεμβρίου 1972.

Ο Μιχάλης Βαρδάνης πήρε μέρος και στο κίνημα του Ναυτικού (1973), στο οποίο τον είχε μυήσει ο Σπύρος Μουστακλής. Σύμφωνα με το σχέδιο, θα καταλάμβανε τη Σύρο όπου θα γινόταν το κέντρο του κινήματος. Το κίνημα είχε προδοθεί πριν καν εκδηλωθεί και ο Βαρδάνης, ο Μουστακλής και δεκάδες άλλοι αξιωματικοί και πολίτες, συλλαμβάνονται την 1η Ιουνίου 1973.
Βασανίζεται και πάλι απάνθρωπα στο ΚΕΣΑ Παπάγου και στο κολαστήριο κάτω από το ναυτικό νοσοκομείο και κλείνεται στις φυλακές, απ’ όπου θα αποφυλακιστεί στις 24 Αυγούστου 1973, με την αμνηστία που δόθηκε.

«όσα έχω υποστεί δεν αξίζει καν να αναφερθούν»

Ο Βαρδάνης σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Επίκαιρα» στις 4.9.1974 δήλωσε: «όσα έχω υποστεί δεν αξίζει καν να αναφερθούν, όταν υπάρχουν ο Σπύρος Μουστακλής, το ζωντανό αυτό μνημείο των βασανιστηρίων της ΕΣΑ, ο ανάπηρος συνταγματάρχης Δημ. Οπρόπουλος και όταν θυμάμαι τα θύματα των βασανιστών που δεν επέζησαν για να γίνουν μάρτυρες της θηριωδίας των εγκαθέτων της χούντας».
Στο ΕΑΤ/ΕΣΑ ο Βαρδάνης υπέστη πρωτοφανή σε σκληρότητα βασανιστήρια από τη γνωστή ομάδα των βασανιστών (ταγματάρχης Σπανός, λοχίας Πέτρου, λοχαγός Μπέλος, Χατζηζήσης, Κόφας γιατρός, Αντωνόπουλος). Του ζητούσαν να πει ό, τι γνωρίζει για το κίνημα του ναυτικού και για την οργάνωση Α.Ε.Ν. Αρχιβασανιστής του ήταν ο λοχίας Μ. Πέτρου.
Ο ίδιος ο Βαρδάνης αφηγείται: «Από την 1η μέχρι τις 14 Ιουνίου 1973, αρχίζει η σκληρότερη εμπειρία της ζωής μου με το άγριο ξύλο, το μαρτύριο της ορθοστασίας στο ένα πόδι, που ήταν ένα μαρτύριο καινούριο και εξοντωτικό. Μόλις παρέλυε το πόδι και έπεφτε, αυτοί ορμούσαν κυριολεκτικά να με κατασπαράξουν», το ηλεκτροσόκ, οι παραισθήσεις, το κτύπημα στις πατούσες κ.λπ.» και συνεχίζει: «Μια κουστωδία δημίων με οδηγούσε σε μια αγχόνη. Μια στήλη ηλεκτρικού φορτίου υπήρχε εκεί. Πολεμούσαν με κάθε μέσο να με ακουμπήσουν. Έβλεπα τον αφανισμό μου και προσπαθούσα να παρασύρω τουλάχιστον έναν απ’ αυτούς. Αυτό το κατάλαβα, όταν άκουσα μια κραυγή, του Μιχάλη ίσως, που φώναζε: «Άτιμε πήρα κι εγώ». Αυτό ήταν, από κει κι ύστερα βρήκα πάλι τον εαυτό μου, αλλά ετοιμοθάνατο πλέον. Αισθανόμουν πως είχα παραμορφωθεί. Άκουγα όμως καθαρά φωνές από τους τοίχους «Βαρδάνη θα πεθάνεις» Ούρλιαζα και για να σταματώ τις κραυγές, ο «καλός» μου Μιχάλης έβαζε μοχλό το γκλοπ του στο στόμα μου φωνάζοντας: «Έχεις βρε κερατά και γερά δόντια».

Μετά την απόταξή του, ο Μ. Βαρδάνης συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου πήρε το πτυχίο του και ξεκίνησε να ασκεί τη δικηγορία.
Στην εκδήλωση ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ στις 3 Σεπτέμβρη 1974 ο Βαρδάνης ήταν ανάμεσα στις 149 προσωπικότητες του αντιδικτατορικού αγώνα, της πολιτικής, των γραμμάτων, της τέχνης, που είχε καλέσει προσωπικά ο Ανδρέας Παπανδρέου και στις εκλογές της 17 Νοεμβρίου 1974 ήταν υποψήφιος Βουλευτής του ΠΑΣΟΚ στις Κυκλάδες και ήρθε 2ος σε ψήφους (2.797 ο Π. Βάλβης και 2.586 ο Μ. Βαρδάνης)
Ο Βαρδάνης μετά τις πρώτες εκλογές σταδιακά αποστασιοποιήθηκε απ’ το ΠΑΣΟΚ, καθώς διέβλεπε ιδεολογικές αποκλίσεις από τη διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη.
Εξ αιτίας της ανάμιξής του στην πολιτική στις εκλογές του 1974 δεν αποκαταστάθηκε στις Ένοπλες Δυνάμεις με το νόμο του 1975 ως διωχθείς από την χούντα, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, τόσο από την αντιπολίτευση στη Βουλή, όσο και από την κοινή γνώμη.
Ο τότε Υπουργός Άμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ υποχρεώθηκε με άλλη νομοθετική ρύθμιση να «άρει» αυτή την αδικία σε βάρος του και έτσι επανήλθε στο στράτευμα το 1976 παίρνοντας όλους τους βαθμούς που είχε στερηθεί, λόγω της απόταξής του από την χούντα. Το 1990 αποστρατεύτηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη με τον βαθμό του Υποστρατήγου.
Δραστηριοποιήθηκε στη συνέχεια στον «Σύνδεσμο φυλακισθέντων και εξορισθέντων αντιστασιακών περιόδου 1967-1974 - ΣΦΕΑ», στον οποίο διετέλεσε επί πολλά χρόνια Πρόεδρος (1995-2005) και είχε σημαντική παρουσία και δράση.
*
Στις 23 Μαΐου 2008, στην εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον Χαρίλαο Φλωράκη, που οργάνωσε το ΚΚΕ, για τα τρία χρόνια από το θάνατό του, φίλοι και συνοδοιπόροι του μίλησαν για τον ιστορικό ηγέτη του ΚΚΕ κι ένας απ’ αυτούς ήταν ο Μιχάλης Βαρδάνης, ο οποίος εξέφρασε τη βαθιά συγκίνηση που νιώθει κάθε φορά που μιλά για τον Χαρίλαο Φλωράκη. «κάθε φορά που μιλούσα μαζί του, τόνισε, είχα την αίσθηση πως συνομιλούσα με την νεότερη ιστορία της Ελλάδας». Αναφέρθηκε στις στρατιωτικές ικανότητες του Φλωράκη ως αρχηγού στρατιωτικού σχηματισμού του Δημοκρατικού Στρατού. Ο σχεδιασμός και η τακτική που ακολούθησε αξίζει, είπε, να «αποτελέσουν διδαχή στις πολεμικές ακαδημίες από άποψη στρατηγικής και τακτικής».
Ο Μιχάλης Βαρδάνης μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του δεν έπαψε να συμμετέχει στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, σε αγωνιστική συμπόρευση με την Αριστερά, με τη διακριτική όπως πάντα παρουσία του.
*
η κατάθεση του Βαρδάνη στη δίκη των βασανιστών
«τρελλοί οπαδοί του καθεστώτος»

Στο περιοδικό Επίκαιρα και στον δημοσιογράφο Κώστα Τσαρούχα περιγράφει ο ίδιος ο Βαρδάνης τη φρίκη, την κόλαση που έζησε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ:
«Την επομένη μου έφεραν το χαρτί. Δεν ήξερα περί τίνος επρόκειτο. Μου υπενθύμισαν ότι είναι η κατάθεσh που έδωσα. Τότε αρνήθηκα να υπογράψω, λέγοντας ότι δεν γνωρίζω τίποτα κι ότι πρώτη φορά ακούω για κατάθεση. Αυτό ήταν αρκετό για να με λειώσουν κυριολεκτικά. Γι αυτή τη στιγμή ό, τι και να πω μπορεί να ’ναι κάτω ή πάνω από την πραγματικότητα. Την έκταση όσων συνέβησαν και σήμερα ακόμη δεν μπορώ να τη δώσω στην κανονική τους διάσταση. Πρόκειται μάλλον για σεισμό, κάτι σαν αντάμωση άγριων φυλών σε ώρες τελετουργικές της μαύρης μαγείας. Θυμάμαι πως συμμετείχα κι εγώ σ’ αυτή την «εορταστική ατμόσφαιρα». Το αφιόνι μάλλον είχε κάνει καλά τη δουλειά του. Πάλευα, χτυπούσα και χτυπιόμουν στο ίδιο ρυθμό. Δυνάμεις χαμένες φάνηκαν εκείνες τις ώρες να με κυκλώνουν. Και πάλι χάος, ξανά αγαπημένες μορφές. Τώρα πια πνιγόντουσαν μπροστά μου και προσπαθούσα να τις σώσω μ’ όλες μου τις δυνάμεις. Μια θάλασσα είχε γίνει το κελί μου. Δεν ήξερα αν είμαι στο ίδιο. Δεν είχα καμιά αίσθηση τόπου και χρόνου. Ίσως ήταν μια στιγμή. Ίσως κι ένας αιώνας».
Σε άλλο σημείο της αφήγησής του στον Κ. Τσαρούχα ο Βαρδάνης αναφέρεται και σε ένα στρατονόμο που έδειχνε «άνθρωπος» σαν μια μικρή όαση ανάμεσα στον εσμό των μισθοφόρων: «ένας νέος στη βάρδια του φέρθηκε, όσο μπορούσε φυσικά και με μεγάλο κίνδυνο ανθρώπινα. Μού ’δωσε ένα ποτήρι αναψυκτικό και μου επέτρεψε για λίγο να καθίσω. Αυτό του δημιούργησε μύριους φόβους, γιατί ήταν δυνατό το μικρό αυτό λασκάρισμα να το πλήρωνε ακριβά. Κι αυτός ήξερε καλά, καλύτερα απ’ τον καθένα, πόσο κόστιζε το τίμημα αυτό. Ας είναι. Αν διαβάσει την μαρτυρία μου, ας μάθει πώς τον ευχαριστώ από καρδιάς».

«δεν ήρθα με κέφι και με χαρά να καταθέσω»

Στη δίκη των βασανιστών του ΕΑΤ-ΕΣΑ στις 24 Αυγούστου 1975, με χαμηλή φωνή και με συγκίνηση άρχισε τη συντριπτική για τους κατηγορούμενους κατάθεσή του. Το ακροατήριο άκουσε με κομμένη την ανάσα τα αίσχη, τις φρικαλεότητες και την έκταση των βασανισμών που διαπράττονταν μέσα στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, το σύγχρονο αυτό Νταχάου:… «ακούω στους τοίχους ουρλιαχτά: «Βαρδάνη θα πεθάνεις…». Ουρλιάζω και τότε ο Πέτρου μου βάζει το γκλοπ μέσα στα δόντια. Ο Πέτρου λέει: Άτιμε, έχεις γερά δόντια». Ύστερα θά ’ρθουν οι παραισθήσεις: «Άρχισα να συνομιλώ με τον Μουστακλή, με ένα φίλο μου, με την οικογένειά μου, με τη μάννα μου και τα αδέλφια μου…».

Η εφημερίδα Καθημερινή γράφει στις 28 Αυγούστου 1975: «Στη συγκλονιστική του κατάθεση ο ίλαρχος Μιχ. Βαρδάνης είπε: Είχα φθάσει στον βαθμό της τρέλας, όταν έπαθα κολικό του νεφρού μου είπαν: για να σου κάνουμε ένεση πρέπει να ομολογήσεις».
Η ίδια η Ελένη Βλάχου, εκδότρια της Καθημερινής, έγραφε στην καθημερινή της στήλη «επίκαιρα» στις 24 Αυγούστου 1975: «για μια ημέρα, χθες Σάββατο, υπήρχε μόνο ο Κορυδαλλός και όχι στρατοδικείο. Ίσως να ήταν τυχερό, για να μείνει πιο ζωντανά χαραγμένη η εντύπωση που άφησε η κατάθεση ορισμένων μαρτύρων της Παρασκευής. Και κυρίως η αφήγηση του Μιχάλη Βαρδάνη. Πόσες φορές όλες αυτές τις μέρες δεν είχαμε ακούσει όλες τις δυνατές περιγραφές αθλιότητας και αγριότητας. Εν τούτοις, όχι μονάχα το ακροατήριο, αλλά ακόμη και οι στρατοδίκες φάνηκαν για μια στιγμή να έχουν εντυπωσιασθεί. Ήταν η διήγησή του -μιας εμπειρίας ανεκδιήγητης φρίκης-τόσο απλή, τόσο παραστατική, τόσο στερεά, ώστε μόνο αυτή θα έφθανε για ν’ αποκαλύψει την εγκληματική αγριότητα που επικρατούσε μέσα σ’ αυτό το άντρο μιας δήθεν «στρατιωτικής υπηρεσίας». Και ήταν χαρακτηριστική μια απάντηση που έδωσε στο τέλος της κατάθεσής του σε ερώτηση στρατοδίκη: κύριε στρατοδίκα, δεν ήρθα με κέφι και με χαρά να καταθέσω. Και με κανένα αίσθημα εκδίκησης. Ακόμη μου έχει μείνει μια μελαγχολία…».
Δεν είναι πολλοί, στην ιστορία, που να έχουν υποστεί βασανιστήρια και όχι μόνο να επιζήσουν και να στέκονται όρθιοι, αλλά και να βρεθούν μπροστά στους βασανιστές τους, σε θέση ισχύος. Και θα έλεγε κανείς ότι αυτό που θα πρέπει να ήταν το όνειρο κάθε θύματος, θα έδινε περισσότερη ή τουλάχιστον πιο φανερή ικανοποίηση. Εν τούτοις, αυτό το τόσο ανθρώπινο αίσθημα έλλειψε παντελώς από τη δίκη. Και θα ήταν χρήσιμο κάποτε η τηλεόραση να έδειχνε μερικές από τις θαυμάσιες μαρτυρίες, τις τόσο αποκαλυπτικές και τόσο ανθρώπινες, να τις ακούσουν όσοι ακόμη σήμερα και ίσως αύριο και μεθαύριο θα εξακολουθούν να αμφισβητούν και να ειρωνεύονται την «αντίσταση». Αυτοί που διαλέγουν ένα δύο ονόματα αντιστασιακών της αρεσκείας τους, τους οποίους χατηρικώς παραδέχονται και σβήνουν όλους τους άλλους. Μα εάν ήταν έτσι, τότε γιατί όλη αυτή η οργάνωση του τρόμου; Γιατί τους βασάνιζαν; (ψέματα, υπερβολές λένε οι αντι-αντιστασιακοί). Γιατί τους έπιαναν; γιατί τους εξόριζαν; Γιατί οι Μπουμπουλίνες, τα Μπογιάτια, η ΕΣΑ; Ότι κοντά στους αυθεντικούς αυτούς ήρωες, στα γενναία παιδιά, θα γλίστρησαν και μερικοί κάλπηδες, αυτό τι σημασία έχει; Πάντοτε υπάρχουν οι επιτήδειοι, που βγαίνουν κερδισμένοι από κάθε πόλεμο, κάθε κρίση, κάθε αγώνα. Όπως και οι άλλοι, που δεν πληρώνουν κανένα λογαριασμό. Μέσα ο γιατρός Κόφας, έξω ο ιατροδικαστής Καψάσκης. Μέσα οι βασανιστές, έξω ο Λάμπρου. Μέσα οι πρωταίτιοι, έξω ο Ανδρουτσόπουλος. Ως πότε; Έχει κανείς κάθε δικαίωμα να ρωτάει…». Ε. [Ελένη Βλάχου].
*
Δύο ημέρες πριν από τη μεταπολίτευση και ενώ η χούντα διαπράττει το τελευταίο και χειρότερο έγκλημά της στην Κύπρο, το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου και η Τουρκία έχει αρχίσει την εισβολή, κάποιοι απ’ τους βασανισμένους απότακτους δημοκρατικούς αξιωματικούς κι ανάμεσά τους ο Βαρδάνης αποστέλλουν προς τον Αρχηγό των Ενόπλων δυνάμεων το παρακάτω τηλεγράφημα (18 Ιουλίου 1974): «Αρχηγόν Ενόπλων Δυνάμεων ενταύθα. Οι υπογεγραμμένοι τέως Αξιωματικοί, Λοχαγός Πεζικού Αρχάκης Αλέξανδρος, Λοχαγός Πεζικού Αρχοντίδης Νικόλαος, Ίλαρχος Βαρδάνης Μιχαήλ, Υποπλοίαρχος Π.Ν. Βασιλικόπουλος Λεωνίδας, πιστοί εις τον όρκον μας και εν όψει διαγραφομένης απειλής έναντι ακεραιότητος του Έθνους, θέτομεν εαυτούς εις την διάθεσιν της 

Δεν υπάρχουν σχόλια: